Ο Ρούλφο είπε πως η Κομάλα είναι ο πρωταγωνιστής. Η Κομάλα είναι το δοχείο που συγκρατεί τους νεκρούς που δεν έχουνε γραμμικό χρόνο και μέσα στον τόπο συνυπάρχουν όλες οι μνήμες, όλες οι εποχές.
Η αρχέγονη αφορμή για το Πέδρο Πάραμο είναι η υπόσχεση του Χουάν Πρεσιάδο στην ετοιμοθάνατη μητέρα του πως θα ταξιδέψει στην Κομάλα και θα αναζητήσει τον Πέδρο Πάραμο, τον πατέρα του που τους εγκατέλειψε. Εκεί συστήνεται με την τοποθεσία της Κομάλας, άδεια και ταυτόχρονα ασφυκτικά γεμάτη από φωνές και μνήμες. Ο Ρούλφο μέσα από την πολυφωνία καταργεί σταδιακά την ανάγκη του αναγνώστη να γνωρίζει ποιος είναι νεκρός και ποιος ζωντανός, όπως και ο Χουάν σιγά σιγά ενσωματώνεται στο μεγάλο ψηφιδωτό των μεταφυσικών συγχωριανών του.
Η Κομάλα δεν έχει στόμα, γι’ αυτό μιλούν οι κάτοικοι εκ μέρους της, με τον ίδιο τρόπο που οι νεκροί θα εξηγούσαν πώς μοιάζει ο Άδης. Στην πορεία ο αναγνώστης καταλαβαίνει πως η τυχαιότητα της μνήμης που ‘χει η κάθε φωνή φέρεται όπως το παιδί που ιχνηλατεί το μυαλό του γερασμένου γονιού για αποδείξεις φθοράς – έτσι και μια ψυχή καταδικάζεται σε τραυματικές επαναλήψεις μιας ζωής που δεν θα μπορούσε να πάει διαφορετικά, πόσο μάλλον καλύτερα. Η τυχαιότητα μοιάζει τρελή, αλλά μπορεί να κριθεί και ως απολύτως ρεαλιστική: Τι πράγμα θα μας έλεγε μια ονειρική μνήμη από έναν αποθανόντα μας; Κάτι μάλλον φαινομενικά τυχαίο.
Στο κέντρο όλων βρίσκεται ο άγνωστος καφκικός πατέρας – Θεός, Πέδρο Πάραμο, γαιοκτήμονας, πατέρας αναρίθμητων παιδιών, άνθρωπος που μπορεί να ιδιοποιηθεί τα πάντα. Η εξουσία του είναι τόσο μεγάλη ώστε η προσωπική του δυστυχία αποκτά πολιτικές συνέπειες: Όταν εκείνος πονά, μπορεί να αφήσει έναν ολόκληρο τόπο να πεθάνει, όπως θα έκανε και ο δυστυχισμένος κηπουρός με τον κήπο του. Αυτός είναι και ο ορισμός του κακοποιητικού γονιού από τα μάτια του παιδιού: Σήμερα η μέρα είναι κόλαση και το παιδί δεν έχει ιδέα γιατί. Απαγορεύσεις, που το παιδί δεν έχει ιδέα γιατί. Τιμωρίες που το παιδί δεν έχει ιδέα γιατί. Η Κομάλα είναι ο παιχνιδότοπός του Πάραμο και οι αποφάσεις του αποκτούν μεταφυσικές διαστάσεις στα μάτια των υπολοίπων.
Όλοι μου ‘χουν αναφέρει πως το διάβασαν κι άλλες φορές, κάτι πολύ λογικό μιας και το σχετικά μικρό του μέγεθος χωράει πολλαπλές τραγωδίες, οικογενειακές τραγωδίες, την ιστορία ενός χωριού, τη μεξικανική γη μετά την Επανάσταση, την κοινωνική ανισότητα, τον καθολικισμό, τον έρωτα, την εξουσία του Πάραμο και τον ατελείωτο θάνατο. Παρ’ όλα αυτά το βιβλίο μοιάζει σχεδόν απλό μέσα στην πολυπλοκότητά του, ενώ υπάρχουν και πολλές γυμνές σελίδες αφιερωμένες αποκλειστικά σε σύντομους διαλόγους, αφήνοντας τον αναγνώστη να φοβάται μόνος του κάτω από τις παράξενες αφηγηματικές κατακόμβες της μεξικανικής υπαίθρου. Ήδη έχω επιστρέψει και είμαι σίγουρη πως θα το ξανακάνω.
«Ήρθα στην Κομάλα γιατί μου είπαν πως εδώ ζούσε ο πατέρας μου, κάποιος Πέδρο Πάραμο. Μου το ‘πε η μητέρα μου. Κι εγώ της υποσχέθηκα πως θα ερχόμουν να τον βρω μόλις θα πέθαινε. Της έσφιξα τα χέρια, σημάδι ότι θα το έκανα, γιατί εκείνη βάδιζε τότε προς το θάνατο κι εγώ ήμουν πρόθυμος να της υποσχεθώ τα πάντα. «Μην παραλείψεις να πας να τον δεις» με ορμήνεψε. «Κάποιοι τον φωνάζουν με το ένα όνομα, κάποιοι με το άλλο. Και είμαι σίγουρη πως θα χαρεί να σε γνωρίσει». Τότε δεν μπόρεσα να κάνω τίποτ’ άλλο παρά μονάχα να της λέω ότι έτσι θα ‘κανα, κι από τις τόσες φορές που της το είπα, συνέχισα να της το λέω ακόμα και μετά, αφού με κόπο ελευθέρωσα τα χέρια μου απ’ τα νεκρά της χέρια.»





































Leave a Reply