Στις πρώτες σελίδες του «Στην πόρτα» του Κ.Μ. σκεφτόμουν έντονα τον ηλικιωμένο, κυνικό και οξύθυμο πρώην καθηγητή Φιλοσοφίας στην ιστορία «Έξω από την πόρτα» του Vincent Delecroix. Ο άντρας κλειδώνεται έξω από το σπίτι του και η αστική νεύρωση φουντώνει. Κάτι τέτοιο σχηματιζόταν: μια καθημερινή απλή στιγμή όμοια με όλες τις άλλες, βιασύνη και αφηρημάδα μέχρι ένα δυσάρεστο γεγονός να φέρει τα πάνω – κάτω.
Στην περίπτωση της Πόρτας, ο Κ. Μ. προτιμάει τη συγγένεια με τον Μπέκετ κι έτσι εμπιστεύεται την αφήγηση σε έναν άντρα που έχει χάσει τη δυνατότητα να μιλά και δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τους ανθρώπους γύρω του. Η επιλογή αυτή καθορίζει και την αναγνώστρια η οποία γνωρίζει τις σκέψεις του άντρα αλλά μοιράζεται μαζί του και την αδυναμία του: άλλες φορές να παλεύει να καταλάβαει τι συμβαίνει, ενώ άλλες να ονειροπολεί ήρεμη στα περιθώρια της σελίδας, αναλογιζόμενη το κωμικό και το εύθραυστο της ανθρώπινης υπόθεσης.
Οι άνθρωποι που φροντίζουν τον κύριο Πάνο (έτσι τον λένε) ξέρουν πράγματα για τη ζωή του που ο ίδιος αγνοεί. Εκείνος δεν απασχολείται και πολύ με αυτά τελικά· έχει μια ολόκληρη εσωτερική ζωή στην οποία οι άλλοι (αχ αυτοί οι άλλοι), δεν έχουν πρόσβαση.
Η άνιση κατανομή της γνώσης, η θλιβερή και διασκεδαστική τραμπάλα, δίνει στο βιβλίο την έντασή και το χιούμορ του. Μέσα στο νοσοκομείο και αργότερα στο κέντρο αποκατάστασης, ο κύριος Πανος εξακολουθεί να έχει προτιμήσεις, εκνευρισμούς, μικρές επιθυμίες. Πολύ γενναιόδωρα ο συγγραφέας του του αφήνει χώρο να είναι δύστροπος, αστείος, αντιφατικός κι έτσι η προσωπικότητά του παραμένει αισθητή ακόμη κι όταν η ιστορία του τού διαφεύγει.
Τα σύντομα κεφάλαια και η λιτή σύνταξη δίνουν ρυθμό στις διαρκείς απόπειρές του να βγάλει άκρη. Το καλύτερο είναι πως οι εμμονές του Πάνου δεν αφορούν απαραίτητα την υγεία του, κάτι που επιτρέπει και στην αναγνώστρια να τον γνωρίσει ως αφηγητή κι όχι ως διάγνωση – έτσι κι αλλιώς από διαγνώσεις άλλο τίποτα πια.
Ο ήρωας ιδυρματοποιήθηκε χωρίς πολλές εντάσεις και αντιστάσεις, αντάλλαξε τον πρότερο βιο με εναν καινούριο. Πια δεν πάει στο θέατρο με οικογένεια και φίλους, ούτε περιμένει το τοστάκι του να ψηθεί, αλλά καπνίζει πίσω απο το γιούκα παραγεμίζοντας τη γλάστρα με γόπες, παρατηρεί τους επισκέπτες, απολαμβάνει τις χαρές της κρέμας βανίλιας ή του ρυζόγαλου και επιδίδεται σε πολύ σοβαρό κυνήγι παντόφλας.
Η συγκίνηση προκύπτει από την εγγύτητα με αυτόν τον άνθρωπο, από τον χρόνο που περνάμε μέσα στη σκέψη του: ο ήρωάς μάς γίνεται όλο και πιο οικείος ενώ ο κόσμος γύρω του, παραμένει ξένος.
«Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι με λίγα λόγια ιδανικά αν συμφωνούν μαζί μου. Δεν έχει πάντα ενδιαφέρον, αλλά έτσι κερδίζεις χρόνο. Δυσφορώ με τους φλύαρους. Δεν αντέχω μεγάλες εισαγωγές, κομπιάσματα, μακρόσυρτες εξηγήσεις, επαναλήψεις. Οι επισκέπτες μου δεν πολυλογούσαν. Μιλούσαν ψιθυριστά. Απ’ όσα άκουσα καταλήγω πως μπροστά μου έκαναν μιαν απολύτως προσχεδιασμένη κουβέντα, σχεδόν παρουσίαση. Πριν τελειώσει ο ένας, έσπευδε ο άλλος με άγχος να συμπληρώσει. Είχαν τα μάτια τους ο ένας στον άλλον κι ελάχιστα κοιτούσαν στην πλευρά μου. Ηθοποιοί σε καλοπροβαρισμένη παράσταση. Σταθερά επαναλαμβανόμενο το «θα πάει καλά». Έχω την υποψία πως η κοπέλα είναι γιατρός. Φοβάμαι ότι κάτι ετοιμάζουν που έχει να κάνει μαζί μου. Σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα είχαν λόγο να μιλούν μ’ εμένα να είμαι παρών. Τι ήθελαν να μάθω, να καταλάβω;»
“Can you understand? Someone, somewhere, can you understand me a little, love me a little? For all my despair, for all my ideals, for all that – I love life. But it is hard, and I have so much – so very much to learn.” — Sylvia Plath
Leave a Reply