Είναι αναπόφευκτο. Ο καλλιτέχνης κάποια στιγμή θα αποτυπώσει τα ζώα με τα οποία έχει ζήσει και πώς έμοιαζε ο χρόνος που πέρασαν μαζί. Ο Φλας της Γουλφ, τα γατόσκυλα της Κολέτ, ο Τουαίην και η γάτα του. Νταλί, Φρίντα Κάλο… Τα γραψίματα, οι ζωγραφικές και τα γλυπτά γίνονται σε έναν τόπο, που άπαξ κι έχεις ανοίξει την πόρτα του σε αυτά τα οικόσιτα, είσαι στο βασίλειό τους.
Οι ώρες που ‘χω περάσει μπροστά από την άδεια σελίδα που σιγά σιγά γεμίζει δεν είναι τίποτα χωρίς το λαγοπόδαρο του Όλιβερ (γάτος με λαγοπόδαρα) να μου κλωτσάει την οθόνη του λάπτοπ για να βολευτεί. Κι έχει τόσο δίκιο. Παλεύει κανείς με δυνάμεις που θεωρεί σημαντικές και το πόδι αυτό έρχεται σαν χίλιους κεραυνούς αγάπης, σαν χίλιους σεισμούς υπενθύμισης του καταραμένου ‘τώρα’. Δεν καταλαβαίνει ο Όλιβερ από λάπτοπ, αλλά καταλαβαίνει τη ζέστη του λάπτοπ, πως εγώ είμαι πίσω από τη φωτεινή οθόνη, πως ο αέρας μυρίζει σαν εμένα. Καταλαβαίνει πως ξενυχτάμε. Με δαγκώνει εάν δεν φάει στην ώρα του και κάτι σημαντικό μού ανακοινώνεται ως τέτοιο – η πείνα του – μιας και σαν ηλίθια άνθρωπος καταφεύγω σε φαντασιώσεις σημαντικότητας, αγνοώντας το μόνο πραγματικό. Πείνα, νύστα, αγάπη, αρρώστια, ταξίδια, χωρισμοί, παιχνίδι – ω ναι, παιχνίδι.
Τα γοητευτικά Οικόσιτα της Εύας Μπέη είναι δεκατέσσερις μικρές ιστορίες με γαλοπούλες στην Πατησίων, ερωτευμένους σκύλους, χάμστερ, ποντίκια, γάτες, άλογα, οικόσιτα ως μάρτυρες της ζωής μας και άνθρωποι ως μάρτυρες των δικών τους ζωών. Οι ζωγραφιές εντός είναι πανέμορφες, αστείες και πέρα ως πέρα αληθινές, με κατσουφιάσματα, περίτεχνα υφαντά και τραβηγμένα βλέφαρα. Πολλά ζωάκια που η Μπέη γνώρισε. Μου αρέσει η λέξη «ζωάκι» και καταλαβαίνεις πολλά εάν πεις κανέναν έτσι: εάν παρεξηγηθεί άστο καλύτερα. Τα ζωάκια λειτουργούν σαν καρφίτσες πάνω στον χάρτη μιας ανθρώπινης ζωής – καρφίτσες που νομίζουμε πως είναι σημαντικά σημάδια, ενώ στην πραγματικότητα είναι τα σημεία που βαστάνε τον χάρτη.
«Ρητά μού απαγορεύτηκε να πάρω τον Λέανδρο μαζί μου στο καινούριο σπίτι. Η καλόκαρδη παπαδιά σχολίασε: «Ο γάτης χρειάζεται, σπίτι χωρίς γάτη…» Κι έτσι έφυγα χωρίς τον Λέανδρό μου. Λίγες μέρες αργότερα η παπαδιά τηλεφώνησε, «μας έστειλαν φρούτα απ’ το χωριό και τα ‘φτιαξα γλυκό, στείλτε τη μικρή να σας δώσω ένα βάζο…» Πήγα τρέχοντας, όχι για το γλυκό, αλλά γιατί λαχταρούσα να δω τον Λέανδρο. Μου είχε λείψει τόσο πολύ. Τον βρήκα άρχοντα. Σκαρφάλωνε παντού, κανείς δεν τον μάλωνε, τα παιδιά έπαιζαν μαζί του. Όταν κάθισα ήρθε και κούρνιασε στην αγκαλιά μου. Χαϊδεύτηκε, γουργούρισε, κι όταν σηκώθηκα να φύγω γαντζώθηκε απάνω μου. Έφυγα με βαριά καρδιά…»





































Leave a Reply