Πρώτη επαφή με τον Σολοχοφ, τον βραβευμένο με Νόμπελ σοβιετικό συγγραφέα. Πήρα αυτά τα μικρά διηγήματα μιας και «Ο ήρεμος Ντον», που θεωρείται αριστούργημα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού φαίνεται μεγάλη αναγνωστική δέσμευση για αυτές τις μέρες μου.
Τα παιδιά στη βιοπάλη έδωσαν έναν ωραίο κοινωνικό ρυθμό, περί συλλογικότητας έναντι στην αδικία, όμως το η μοίρα ενός ανθρώπου (με έπιασε ο δυτικός ατομικισμός μάλλον) ήταν το εξαιρετικό διήγημα.
Φέρνει μεγάλες συζητήσεις κι ακόμα μεγαλύτερους μονολόγους. Το συγκινητικό τέλος μού φάνηκε μικρότερο από τις σελίδες όπου ο πρωταγωνιστής προσπαθούσε να αποχαιρετήσει με ψυχραιμία τη γυναίκα του (και τα παιδιά), ενώ η γυναίκα του από το προηγούμενο βράδυ φαινόταν απολύτως διαλυμένη από το απαίσιο αντίο, το οποίο μάλλον θα ‘ταν αντίο για πάντα. Το προηγούμενο βράδυ αμίλητη τον αγκάλιαζε κι έκλαιγε και στον σταθμό δεν μπορούσε πια να συγκρατηθεί. Ο πρωταγωνιστής έτοιμος να χάσει το τρένο του αποχωρισμού τη σπρώχνει μαλακά αλλά μάλλον αρκετά ώστε να τη στείλει κάποια βήματα πίσω. Για σελίδες ο ήρωας μονολογεί: «γιατί την έσπρωξα;» και φαίνεται να τιμωρεί τον εαυτό του. Αυτή η ρωσική απλή τρυφερότητα μέσα από τόσο σκληρές εκτάσεις γης, με τσακίζει – δεν θα σταθώ σε καμία σύγκριση, ας το κάνει όποιος θέλει μόνος του.
«Δεν πρέπει, φίλε, να τα θυμάσαι αυτά! είπα εγώ σιγανά, μα κείνος, σίγουρα, δεν είχε ακούσει τα λόγια μου και, πνίγοντας με μια τεράστια προσπάθεια τη συγκίνησή του, είπε ξαφνικά με μια βραχνή, παράξενα αλλαγμένη φωνή: -Ως τον ίδιο το θάνατό μου, ως τη στερνή μου ώρα, θα βγαίνει η ψυχή μου, μα δε θα συγχωρέσω τον εαυτό μου γιατί τότε την έσπρωξα!… Σώπασε ξανά και για πολλή ώρα. Προσπαθούσε να στρίψει τσιγάρο, μα το κομμάτι της εφημερίδας σχιζόταν, το καπνό σκόρπαγε στα γόνατά του. Τέλος, τα κατάφερε να στρίψει ένα, τράβηξε λαίμαργα κάμποσες ρουφηξιές, ξερόβηξε και συνέχισε: -Λύνω από γύρω της τα χέρια μου, παίρνω το πρόσωπό της στις χούφτες μου, τη φιλώ τα χείλια της είναι παγωμένα. Αποχαιρετώ τα παιδιά μου και τρέχω για το βαγόνι είχε πια ξεκινήσει που πήδησα στο σκαλάκι. Το τραίνο πήγαινε σιγά – θα περνούσα μπροστά από τους δικούς μου. Βλέπω τα παραπονεμένα παιδάκια μου είναι αγκαλιασμένα, μου κουνάνε τα χέρια τους, θέλουν να χαμογελάσουν, μα δεν τα καταφέρνουν. Και η Ιρίνα να σφίγγει με τα χέρια το στήθος της τα χείλια της είναι άσπρα σαν την κιμωλία, σαλεύουν ψιθυρίζοντας κάτι, με κοιτάζει χωρίς να παίζει τα ματόφυλλα, σκυμένη ολόκληρη μπροστά, σα να θέλει να βαδίσει κόντρα σε δυνατό άνεμο… Έτσι, στη στάση αυτή μένει ως τώρα στο μυαλό μου: τα χέρια σφιγμένα στο στήθος, τα χείλια της άσπρα και τα μάτια γουρλωμένα, πνιγμένα στα δάκρυα… Ετσι πάνω-κάτω τη βλέπω πάντα και στον ύπνο μου… Για ποιο λόγο την έσπρωξα τότε; Ως τα σήμερα, κάθε φορά που θα θυμηθώ, λες και μου μπήγουν στην καρδιά ένα χασαπομάχαιρο…»





































Leave a Reply