(προσοχή σπόιλερς)
Ο ιππέμπορος Κόλχαας, νομοταγής, καλός Γερμανός πολίτης, αναγκάζεται να κάνει στάση σε έναν πύργο ενός τοπικού άρχοντα, του Τρόνκα. Εκεί του παρακρατούν άδικα δύο άλογά (καλοφροντισμένα, καλοταϊσμένα, καλοβουρτσισμένα) ως ενέχυρο, ενώ εκείνος τρέχει να αναζητήσει μια ανύπαρκτη άδεια διέλευσης. Όταν ο Κόλχαας επιστρέφει διαπιστώνει ότι τα άλογά του έχουν κακοποιηθεί και απαιτεί να τα επαναφέρουν στην αρχική τους κατάσταση και να του τα επιστρέψουν. Ο άρχοντας αρνείται, κι έτσι σταδιακά ξετυλίγεται η μεταμόρφωση του Κόλχαας – ένας πύρινος πόλεμος με το σύστημα της δικαιοσύνης.
Μπαίνει στα βιβλία της χρονιάς για εμένα, για τόσους λόγους. Η ρομαντική και πολεμική αποκοτιά του, αμείλικτη και συγκινητική. Σε κάνει να σκέφτεσαι ότι αυτό το απίθανο μένος θα ερχόταν μονάχα από κάποιον που είχε υψηλή αίσθηση δικαιοσύνης. Ο υποδειγματικός πολίτης του 16ου αιώνα, θεοσεβούμενος, καλοσυνάτος, ακριβοδίκαιος και πιστός, καταλήγει επιδρομέας και δολοφόνος.
Νομίζω όλα θα έχουν γραφτεί για αυτό το καταπληκτικό βιβλίο. Θα σταθώ σε μόνο δύο σημεία: η Νομοθεσία ως θρησκευτική προέκταση και ο θάνατος της γυναίκας του.
Όπως είναι αναμενόμενο, ο Κάφκα με τη μανία του να εξερευνά ένα αδιαφανές, γραφειοκρατικό σύστημα δικαιοσύνης, έγραψε σε επιστολή του το 1913 προς τη Φελίτσε Μπάουερ, ότι ο Μίχαελ Κόλχαας ήταν μια ιστορία που «διάβαζα με αληθινή ευλάβεια». Πράγματι την απελπισία που προκαλεί η νόμιμη βία φέρνει στο μυαλό τον Κάφκα, αλλά και η δικαιοσύνη ως Θεός, ως Πάτερ, Πατέρας και Πατρίδα ενός κλειστού σύμπαντος με μια σπείρα που καταπίνει τον εαυτό της.
Ξεχώρισα τις λέξεις “Θεοκατάρατος” και “Θεολησμόνας”: ο άνθρωπος που τον έχει καταραστεί ο Θεός και ο άνθρωπος που έχει απωλέσει τον Θεό. Και οι δύο απο το στόμα του Μαρτίνου Λούθηρου. Ήταν Γερμανός θεολόγος και κεντρική μορφή της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης του 16ου αιώνα κι έχει πολύ ενδιαφέρον που εμφανίζεται τόσο ξεκάθαρα στο βιβλίο ως θρησκευτική αυθεντία που ο Κόλχαας σέβεται βαθιά: η θρησκευτική μορφή ως πνευματικός deus ex machina που θα ηρεμούσε το πρόβατο, τον καλό αμνό που έγινε λύκος. Ο Λούθηρος καταδικάζει τη βία του Κόλχαας, αλλά ταυτόχρονα μεσολαβεί για να εξεταστεί η δίκαιη αξίωσή του, αναδεικνύοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στη διεκδίκηση της δικαιοσύνης και στη χριστιανική επιταγή της συγχώρεσης.
Λέξεις όπως Θεοκατάρατος και Θεολησμόνας που προκύπτουν ως απάντηση στο μένος του (αντι)ήρωα είναι η επικύρωση πως η κατασκευή του ανθρώπινου νόμου γίνεται ο τόπος όπου ο άνθρωπος συναντά το Θείο – μόνο το γεγονός πως αυτά συναντιούνται αποδεικνύουν το Θείο ως εξίσου ανθρώπινη κατασκευή, που σαν άλλος νόμος, αδικεί, τιμωρεί, έχει αγαπημένα τέκνα και παιδιά πεινασμένα πιο ταιριαστά ως παιδιά ενός άλλου, κατώτερου Θεού.
Οι παραπάνω λεξεις ανεξάρτητα από την πίστη, χτυπάνε στα κόκαλα της ψυχής επειδή αμφισβητούν ακριβώς την ηθική και την τιμιότητα πάνω στις οποίες ο Κόλχαας έχει στηρίξει ολόκληρη την ύπαρξή του. Στο πρώτο και λογικό επίπεδο λένε πως, διεκδικώντας το δίκιο του έγινε ο ίδιος άδικος· πως η αδικία που υπέστη δεν καθαγιάζει εκείνη που προκαλεί τώρα. Κι όμως, το ερώτημα επιστρέφει και στους κατηγόρους (στην προκειμένη περίπτωση στον λόγο του Λούθηρου): εαν ο νόμος είναι πράγματι ο τόπος συνάντησης ανθρώπου και Θεού, μπορεί ο νόμος να γίνει το ίδιο άπονος, βάρβαρος και άδικος οσο ο Θεός;
Το δεύτερο ζήτημα ειναι η εξής εντυπωσιακή δυσαναλογία: η γυναίκα του Κολχαα πεθαίνει στην προσπάθειά της να βοηθήσει τον άντρα της να δικαιωθεί. Ένα σημείο που από την πολύ αρχή τσακίζει και ταράζει, αποδεικνύοντας επίσης τι συμβαίνει όταν κανείς ακολουθεί όλα τα νόμιμα μέσα για να ακουστεί, αλλά και σε δεύτερο και συνεχόμενο χρόνο, ο τρομερός της θάνατος. Ωστόσο, η διεκδίκηση εξακολουθεί να περιστρέφεται γύρω απο τα άλογα.
Υπάρχει όμως μια σημαντική αναφορά στη συζήτησή με τον Λούθηρο: ο Κόλχαας εξηγεί, κλαίγοντας, ότι η υπόθεση του κόστισε τη γυναίκα του. Ανέφερε ότι θέλει να αποδείξει πως εκείνη δεν πέθανε υποστηρίζοντας μια άδικη αξίωση. Ένα έργο τόσο ουσιαστικό αλλά και προσεκτικό ώστε να μη βυθιστεί σε ερμηνείες δεν επιτρέπει υποθέσεις, ωστόσο φαίνεται ασφαλής η ρομαντική παρηγοριά που θέλει τον Κόλχαας να επιμένει εμμονικα να δικαιωσει την αρχική του υπόθεση, επειδή συνεργατικα με τη γυναίκα του την πρωτοεπιχείρησαν. Δηλαδή πως μένει εγκλωβισμένος στην αδικία των αλόγων, ανήμπορος να διαχειριστεί το πένθος και την απογοήτευση με τα κρατικά και θρησκευτικά εργαλεία στα οποία μέχρι πρότινος κατέφευγε, πριν του αποκαλυφθούν οι περιορισμοί τους.
Τα άλογα καταλήγουν ένα σύμβολο που κουβαλούν ένα ανείπωτο κόστος και η αποκατάστασή τους δεν μπορεί να επανορθώσει για τις απώλειες, παρά μόνο αφού δίνονται στους απογόνους ως σύμβολα για ενα καλύτερο μέλλον.
«Γιατί θέλεις να πουλήσεις το σπίτι σου; ρώτησε εκείνη καθώς ανασηκωνόταν με μια ταραγμένη κίνηση. Ο έμπορος αλόγων, σφίγγοντάς την τρυφερά στο στήθος του, αποκρίθηκε: γιατί δεν θέλω, Λίζμπετ πολυαγαπημένη, να μένω σε μια χώρα όπου δεν θέλουν να προστατέψουν τα δικαιώματά μου. Κάλλιο να ‘μουνα σκύλος, αν είναι να με ποδοπατούν, παρά άνθρωπος! Είμαι σίγουρος πως η γυναίκα μου σκέφτεται σ’ αυτό όπως κι εγώ. Πού το ξέρεις, ρώτησε εκείνη αγριεμένα, ότι δεν θα προστατευτούν τα δικαιώματά σου; Αν απευθυνθείς με την αίτησή σου στον ηγεμόνα μας, με ταπεινοφροσύνη, όπως αρμόζει: πού το ξέρεις ότι θα την παραπετάξουν ή θα την απαντήσουν αρνούμενοι να σε ακούσουν; Πολύ καλά, απάντησε ο Κόλχαας, αν ο φόβος μου είναι αβάσιμος, τότε το σπίτι μου δεν θα έχει πουληθεί ακόμη. Ο ίδιος ο κύριός μας, το ξέρω, είναι δίκαιος και αν καταφέρω να περάσω ανάμεσα από αυτούς που τον περιστοιχίζουν και να φτάσω ενώπιόν του, δεν αμφιβάλλω ότι θα βρω το δίκιο μου, και, πριν ακόμη τελειώσει η βδομάδα, θα επιστρέψω χαρούμενος σε σένα και στις παλιές μου ασχολίες. Και τότε, τίποτα άλλο δεν θέλω, πρόσθεσε καθώς τη φιλούσε, παρά να ζήσω κοντά σου, ίσαμε το τέλος της ζωής μου! – Όμως φρόνιμο είναι, συνέχισε, να είμαι έτοιμος για κάθε ενδεχόμενο γι’ αυτό και θα ‘θελα, αν γίνεται, να λείψεις για λίγο καιρό και να πας με τα παιδιά στη θεία σου στο Σβερίν, που άλλωστε ήθελες από καιρό να επισκεφθείς. Πώς; φώναξε η κυρία του σπιτιού. Να πάω στο Σβερίν; Να περάσω τα σύνορα με τα παιδιά, να πάω στη θεία μου στο Σβερίν; Και ο τρόμος τής έπνιγε τη φωνή. Ακριβώς, απάντησε ο Κόλχαας, κι αυτό, αν γίνεται, αμέσως, για να μην εμποδιστούν τα διαβήματα που θέλω να κάνω για το ζήτημά μου, από άλλους δισταγμούς. – «Α! σε κατάλαβα!» φώναξε εκείνη. «Δεν σου χρειάζεται τίποτα άλλο τώρα πια, παρά μονάχα όπλα και άλογα όλα τ’ άλλα ας τα πάρει όποιος Τα θέλει!» Και λέγοντας αυτά του γύρισε την πλάτη, ρίχτηκε σε μια πολυθρόνα κι έκλαιγε. Ο Κόλχαας είπε συγκλονισμένος: πολυαγαπημένη μου Λίζμπετ, τι κάνεις; Ο Θεός μ’ ευλόγησε με γυναίκα, παιδιά και αγαθά να ευχηθώ σήμερα, για πρώτη φορά, να ‘ταν αλλιώς; Κάθισε πλάι της στοργικά, κι αυτή, κοκκινίζοντας μ’ αυτά τα λόγια, ρίχτηκε στο λαιμό του. Πες μου, της είπε, καθώς παραμέριζε τις μπούκλες από το μέτωπό της: τι να κάνω; να παρατήσω το ζήτημά μου; να πάω στον πύργο των Τρόνκα και να παρακαλέσω τον ιππότη να μου ξαναδώσει πίσω τ’ άλογα, να τα καβαλήσω και να σου τα φέρω εδώ; – Η Λίζμπετ δεν τόλμησε να πει: ναι! ναι! ναι! κουνούσε κλαίγοντας το κεφάλι, τον έσφιγγε δυνατά πάνω της και σκέπαζε το στήθος του με καυτά φιλιά. «Τότε, λοιπόν!» φώναξε ο Κόλχαας. «Αν αισθάνεσαι ότι για να συνεχίσω το επιτήδευμά μου πρέπει να μου δοθεί το δίκιο: χάρισέ μου τότε την ελευθερία που μου χρειάζεται για να το αποκτήσω!»
Μπαίνει στα βιβλία της χρονιάς για εμένα, για τόσους λόγους. Η ρομαντική και πολεμική αποκοτιά του, αμείλικτη και συγκινητική. Σε κάνει να σκέφτεσαι ότι αυτό το απίθανο μένος θα ερχόταν μονάχα από κάποιον που είχε υψηλή αίσθηση δικαιοσύνης. Ο υποδειγματικός πολίτης του 16ου αιώνα, θεοσεβούμενος, καλοσυνάτος, ακριβοδίκαιος και πιστός, καταλήγει επιδρομέας και δολοφόνος.
Νομίζω όλα θα έχουν γραφτεί για αυτό το καταπληκτικό βιβλίο. Θα σταθώ σε μόνο δύο σημεία: η Νομοθεσία ως θρησκευτική προέκταση και ο θάνατος της γυναίκας του.
Όπως είναι αναμενόμενο, ο Κάφκα με τη μανία του να εξερευνά ένα αδιαφανές, γραφειοκρατικό σύστημα δικαιοσύνης, έγραψε σε επιστολή του το 1913 προς τη Φελίτσε Μπάουερ, ότι ο Μίχαελ Κόλχαας ήταν μια ιστορία που «διάβαζα με αληθινή ευλάβεια». Πράγματι την απελπισία που προκαλεί η νόμιμη βία φέρνει στο μυαλό τον Κάφκα, αλλά και η δικαιοσύνη ως Θεός, ως Πάτερ, Πατέρας και Πατρίδα ενός κλειστού σύμπαντος με μια σπείρα που καταπίνει τον εαυτό της.
Ξεχώρισα τις λέξεις “Θεοκατάρατος” και “Θεολησμόνας”: ο άνθρωπος που τον έχει καταραστεί ο Θεός και ο άνθρωπος που έχει απωλέσει τον Θεό. Και οι δύο απο το στόμα του Μαρτίνου Λούθηρου. Ήταν Γερμανός θεολόγος και κεντρική μορφή της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης του 16ου αιώνα κι έχει πολύ ενδιαφέρον που εμφανίζεται τόσο ξεκάθαρα στο βιβλίο ως θρησκευτική αυθεντία που ο Κόλχαας σέβεται βαθιά: η θρησκευτική μορφή ως πνευματικός deus ex machina που θα ηρεμούσε το πρόβατο, τον καλό αμνό που έγινε λύκος. Ο Λούθηρος καταδικάζει τη βία του Κόλχαας, αλλά ταυτόχρονα μεσολαβεί για να εξεταστεί η δίκαιη αξίωσή του, αναδεικνύοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στη διεκδίκηση της δικαιοσύνης και στη χριστιανική επιταγή της συγχώρεσης.
Λέξεις όπως Θεοκατάρατος και Θεολησμόνας που προκύπτουν ως απάντηση στο μένος του (αντι)ήρωα είναι η επικύρωση πως η κατασκευή του ανθρώπινου νόμου γίνεται ο τόπος όπου ο άνθρωπος συναντά το Θείο – μόνο το γεγονός πως αυτά συναντιούνται αποδεικνύουν το Θείο ως εξίσου ανθρώπινη κατασκευή, που σαν άλλος νόμος, αδικεί, τιμωρεί, έχει αγαπημένα τέκνα και παιδιά πεινασμένα πιο ταιριαστά ως παιδιά ενός άλλου, κατώτερου Θεού.
Οι παραπάνω λεξεις ανεξάρτητα από την πίστη, χτυπάνε στα κόκαλα της ψυχής επειδή αμφισβητούν ακριβώς την ηθική και την τιμιότητα πάνω στις οποίες ο Κόλχαας έχει στηρίξει ολόκληρη την ύπαρξή του. Στο πρώτο και λογικό επίπεδο λένε πως, διεκδικώντας το δίκιο του έγινε ο ίδιος άδικος· πως η αδικία που υπέστη δεν καθαγιάζει εκείνη που προκαλεί τώρα. Κι όμως, το ερώτημα επιστρέφει και στους κατηγόρους (στην προκειμένη περίπτωση στον λόγο του Λούθηρου): εαν ο νόμος είναι πράγματι ο τόπος συνάντησης ανθρώπου και Θεού, μπορεί ο νόμος να γίνει το ίδιο άπονος, βάρβαρος και άδικος οσο ο Θεός;
Το δεύτερο ζήτημα ειναι η εξής εντυπωσιακή δυσαναλογία: η γυναίκα του Κολχαα πεθαίνει στην προσπάθειά της να βοηθήσει τον άντρα της να δικαιωθεί. Ένα σημείο που από την πολύ αρχή τσακίζει και ταράζει, αποδεικνύοντας επίσης τι συμβαίνει όταν κανείς ακολουθεί όλα τα νόμιμα μέσα για να ακουστεί, αλλά και σε δεύτερο και συνεχόμενο χρόνο, ο τρομερός της θάνατος. Ωστόσο, η διεκδίκηση εξακολουθεί να περιστρέφεται γύρω απο τα άλογα.
Υπάρχει όμως μια σημαντική αναφορά στη συζήτησή με τον Λούθηρο: ο Κόλχαας εξηγεί, κλαίγοντας, ότι η υπόθεση του κόστισε τη γυναίκα του. Ανέφερε ότι θέλει να αποδείξει πως εκείνη δεν πέθανε υποστηρίζοντας μια άδικη αξίωση. Ένα έργο τόσο ουσιαστικό αλλά και προσεκτικό ώστε να μη βυθιστεί σε ερμηνείες δεν επιτρέπει υποθέσεις, ωστόσο φαίνεται ασφαλής η ρομαντική παρηγοριά που θέλει τον Κόλχαας να επιμένει εμμονικα να δικαιωσει την αρχική του υπόθεση, επειδή συνεργατικα με τη γυναίκα του την πρωτοεπιχείρησαν. Δηλαδή πως μένει εγκλωβισμένος στην αδικία των αλόγων, ανήμπορος να διαχειριστεί το πένθος και την απογοήτευση με τα κρατικά και θρησκευτικά εργαλεία στα οποία μέχρι πρότινος κατέφευγε, πριν του αποκαλυφθούν οι περιορισμοί τους.
Τα άλογα καταλήγουν ένα σύμβολο που κουβαλούν ένα ανείπωτο κόστος και η αποκατάστασή τους δεν μπορεί να επανορθώσει για τις απώλειες, παρά μόνο αφού δίνονται στους απογόνους ως σύμβολα για ενα καλύτερο μέλλον.
«Γιατί θέλεις να πουλήσεις το σπίτι σου; ρώτησε εκείνη καθώς ανασηκωνόταν με μια ταραγμένη κίνηση. Ο έμπορος αλόγων, σφίγγοντάς την τρυφερά στο στήθος του, αποκρίθηκε: γιατί δεν θέλω, Λίζμπετ πολυαγαπημένη, να μένω σε μια χώρα όπου δεν θέλουν να προστατέψουν τα δικαιώματά μου. Κάλλιο να ‘μουνα σκύλος, αν είναι να με ποδοπατούν, παρά άνθρωπος! Είμαι σίγουρος πως η γυναίκα μου σκέφτεται σ’ αυτό όπως κι εγώ. Πού το ξέρεις, ρώτησε εκείνη αγριεμένα, ότι δεν θα προστατευτούν τα δικαιώματά σου; Αν απευθυνθείς με την αίτησή σου στον ηγεμόνα μας, με ταπεινοφροσύνη, όπως αρμόζει: πού το ξέρεις ότι θα την παραπετάξουν ή θα την απαντήσουν αρνούμενοι να σε ακούσουν; Πολύ καλά, απάντησε ο Κόλχαας, αν ο φόβος μου είναι αβάσιμος, τότε το σπίτι μου δεν θα έχει πουληθεί ακόμη. Ο ίδιος ο κύριός μας, το ξέρω, είναι δίκαιος και αν καταφέρω να περάσω ανάμεσα από αυτούς που τον περιστοιχίζουν και να φτάσω ενώπιόν του, δεν αμφιβάλλω ότι θα βρω το δίκιο μου, και, πριν ακόμη τελειώσει η βδομάδα, θα επιστρέψω χαρούμενος σε σένα και στις παλιές μου ασχολίες. Και τότε, τίποτα άλλο δεν θέλω, πρόσθεσε καθώς τη φιλούσε, παρά να ζήσω κοντά σου, ίσαμε το τέλος της ζωής μου! – Όμως φρόνιμο είναι, συνέχισε, να είμαι έτοιμος για κάθε ενδεχόμενο γι’ αυτό και θα ‘θελα, αν γίνεται, να λείψεις για λίγο καιρό και να πας με τα παιδιά στη θεία σου στο Σβερίν, που άλλωστε ήθελες από καιρό να επισκεφθείς. Πώς; φώναξε η κυρία του σπιτιού. Να πάω στο Σβερίν; Να περάσω τα σύνορα με τα παιδιά, να πάω στη θεία μου στο Σβερίν; Και ο τρόμος τής έπνιγε τη φωνή. Ακριβώς, απάντησε ο Κόλχαας, κι αυτό, αν γίνεται, αμέσως, για να μην εμποδιστούν τα διαβήματα που θέλω να κάνω για το ζήτημά μου, από άλλους δισταγμούς. – «Α! σε κατάλαβα!» φώναξε εκείνη. «Δεν σου χρειάζεται τίποτα άλλο τώρα πια, παρά μονάχα όπλα και άλογα όλα τ’ άλλα ας τα πάρει όποιος Τα θέλει!» Και λέγοντας αυτά του γύρισε την πλάτη, ρίχτηκε σε μια πολυθρόνα κι έκλαιγε. Ο Κόλχαας είπε συγκλονισμένος: πολυαγαπημένη μου Λίζμπετ, τι κάνεις; Ο Θεός μ’ ευλόγησε με γυναίκα, παιδιά και αγαθά να ευχηθώ σήμερα, για πρώτη φορά, να ‘ταν αλλιώς; Κάθισε πλάι της στοργικά, κι αυτή, κοκκινίζοντας μ’ αυτά τα λόγια, ρίχτηκε στο λαιμό του. Πες μου, της είπε, καθώς παραμέριζε τις μπούκλες από το μέτωπό της: τι να κάνω; να παρατήσω το ζήτημά μου; να πάω στον πύργο των Τρόνκα και να παρακαλέσω τον ιππότη να μου ξαναδώσει πίσω τ’ άλογα, να τα καβαλήσω και να σου τα φέρω εδώ; – Η Λίζμπετ δεν τόλμησε να πει: ναι! ναι! ναι! κουνούσε κλαίγοντας το κεφάλι, τον έσφιγγε δυνατά πάνω της και σκέπαζε το στήθος του με καυτά φιλιά. «Τότε, λοιπόν!» φώναξε ο Κόλχαας. «Αν αισθάνεσαι ότι για να συνεχίσω το επιτήδευμά μου πρέπει να μου δοθεί το δίκιο: χάρισέ μου τότε την ελευθερία που μου χρειάζεται για να το αποκτήσω!»





































Leave a Reply