«Θα πεις, περηφανεύεσαι; Όχι. Εξιστορώ. Σου λέω πώς έγιναν τα πράγματα.» Το Επί σκοπώ πλουτισμού φαίνεται να είναι ένα υβριδικό μυθιστόρημα μεταξύ λογοτεχνίας και ιστορίας για τον δωσιλογισμό, αλλά καταλήγει ως μια αφήγηση για τη μεταθανάτια ζωή της βίας και τον τρόπο με τον οποίο το παρελθόν κατοικεί μέσα μας, ακόμα κι εάν πιστεύουμε πως… Continue reading
Η Εύα δεν ξέρει. Δεν ξέρει πόσα χρήματα έχει το βιβλιάριο, πώς μια μοίρα γίνεται καμένη, πόσο κοστίζει ένα φέρετρο, πώς μοιάζει ο Άγιος Αντώνιος, ούτε τι να πει στον σκύλο που της έφερε το νεκρό πουλί. Η σκέψη συνορεύει: Αρχικά σκεφτόμουν τα Μακάρια χρόνια της τιμωρίας της Φλερ Γιέγκυ, διαβάζοντας για τον εγκλεισμό στο… Continue reading
Ενώ οι περιορισμοί μιας τέτοιας ανάγνωσης είναι ξεκάθαροι από την αρχή, πάντα θα υπάρχουν μερικά λαμπερά σημεία που καμία αναγνώστρια δεν περιμένει να διαβάσει και μερικά σκοτεινά σημεία που, κάπως απροσδόκητα καταφέρνουν και ταράζουν, παρά το πολύ (στενό και) συγκεκριμένο πλαίσιο, που θέλει έναν γέρο καθηγητή, διανοούμενο και κριτικό, να απορρίπτει κάθε καθωσπρεπισμό, να αγαλλιάζει… Continue reading
«Η μελαγχολία είναι μία πέρα για πέρα σοβαρή υπόθεση» Η ευαίσθητη πένα του Μπελ δημιουργεί τον Χανς Σνηρ, έναν νεαρό που κατάγεται από μια ευκατάστατη οικογένεια προτεσταντών της Βόννης. Η σχέση του με την γονείς του είναι επίπονη, βλέποντας στο οικογενειακό προσωπείο ρηχότητα, συμφέρον και ψευτοδημοκρατία, καθώς κατά την διάρκεια του πολέμου δεν αρνήθηκαν την… Continue reading
«Τα βύσσινα με ρούμι ήταν τα καλύτερα» Δεν διαφωνώ. Διαφωνείτε εσείς; Πιστεύω πως όχι. Έτσι κι αλλιώς, πότε θα ήταν πιο κατάλληλη αυτή η δήλωση, εάν όχι στην αρχή μιας Αποκάλυψης; Ο Κρασναχορκάι είναι περίεργος και δύσκολος. Προσπαθούσα να τον χωρέσω στο κεφάλι μου και τσάκιζα τις σελίδες μέσα στα νεύρα. Δαιδαλώδης από την αρχή,… Continue reading
“Can you understand? Someone, somewhere, can you understand me a little, love me a little? For all my despair, for all my ideals, for all that – I love life. But it is hard, and I have so much – so very much to learn.” — Sylvia Plath