Το Παραντί υφαίνει την περιπέτεια της αναγνωστικής προσοχής. Ο Α. μέχρι πρόσφατα μπορούσε να αφηγηθεί (σ)τον εαυτό του κάπως συγκεκριμένα, δουλειά, σχέση, αλλά τώρα αυτά έχουν διαλυθεί κι έτσι δυσκολεύεται να βρει λόγο να κάνει οτιδήποτε.
Η Κ.Η. κάνει από την πολύ αρχή λόγο για «εξαφάνιση» την οποία μπορούμε να καταλάβουμε ως μια εσωτερική θέση απουσίας – όταν καμία εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά δεν αναγνωρίζει πια τη ζωή της ως δική της. Αυτή η περίεργη ενδοχώρα απουσίας είναι πρόσφορο έδαφος για να παρατηρήσει ο Α. τους Άλλους και να μπλέξει (με) τις ζωές τους και με επινοήσεις του – μια αρχή για τα θολά «σύνορα». Έτσι, το Παραντί όσο ξετυλίγεται αποκαλύπτει τον εαυτό του και τα διαφορετικά επίπεδα πραγματικότητάς του.
Σπονδυλωτά, λοιπόν, στην «Εξαφάνιση» γνωρίζουμε τον Α., τη μοναξιά του, τις περιπλανήσεις του και την ανάγκη του να γράψει. Στην «Τζουλιέτα» γνωρίζουμε μια γυναίκα που εμφανίζεται στο πάρκο και σταδιακά αποκτά παρελθόν – η αφήγηση περνά στη γυναικεία φωνή της Κ. (μυθοπλαστική εκδοχή της συγγραφέα ίσως) και το κεφάλαιο μας προετοιμάζει για τη στενότερη αφηγηματική φιλοδοξία: το άνοιγμα στην οικογενειακή και ιστορική μνήμη. Στο «Λουκάς – ιστορίες από το Αρχείο» συναντάμε συγκεντρωμένες αφηγήσεις που φέρνουν στο βιβλίο ζωές άλλων εποχών, με προσφυγιά, βία και απώλειες. Ακολουθεί ο «Μπομπ» ένα όνομα σε μεταχειρισμένο πουκάμισο που γίνεται αφορμή για να αναζητηθεί και να αφηγηθεί μια μακρινή ζωή. Στο «Παραντί» κλείνει ο κύκλος της αναζήτησης του άντρα που ο Α. παρατηρεί στην πόλη – ένα ταξίδι που μας οδηγεί σε αποσπάσματα της ιστορίας του και σε συναντήσεις με άλλους ανθρώπους. Μάλιστα, φαντάζει να ζούμε τόσο μακριά, που οι επιθυμίες του Α. που τον κινητοποιούν μοιάζουν σχεδόν μεταφυσικές.
Η έμπνευση της γραφής συμπίπτει με το τέλος ενός άλλου Εγώ, ως αδυναμία συνέχισης της ζωής με προηγούμενους όρους . Οι κόμποι που οργάνωναν την καθημερινότητά του Α. έχουν χαλαρώσει και μαζί τους έχει κλονιστεί η βεβαιότητα ότι γνωρίζει ποιος είναι, συνεπώς η Κ. Η. τοποθετεί σε αυτή τη στιγμή το ξεκίνημα μιας σύνθετης αφηγηματικής πορείας που φαντάζει αναγνωστικά πως θα μπορούσε να διακλαδώνεται στο άπειρο.
Το αρχικό “Α.”, με το οποίο εμφανίζεται ο ήρωας, αποδίδεται εύστοχα σε αυτή την εκκρεμότητα, την επιστροφή στα βασικά, όσο βασική είναι αλφάβητος και όσα κατεκτημένα καταλήγουν αβέβαια και ασταθή σε μια ξένη χώρα, όπως να μη ξέρεις τη γλώσσα της χώρας που έχεις μεταναστεύσει, συμβολικά και πραγματικά.
Επίσης, η ημερολογιακή υφή της αφήγησης επιτρέπει να παρακολουθήσουμε αυτή τη δυσκολία από πολύ κοντά. Η κάθε καταγραφή διατηρεί κάτι από την αβεβαιότητα της στιγμής της, μια συνεχόμενη μεταβολή κι έτσι, ο εαυτός εμφανίζεται μέσα στον χρόνο, ευάλωτος, αναζητώντας ιστορίες, τέχνη, τεχνική, δουλειά, ένα συμπαθητικό αυτί που μπορεί να ακούσει κι ένα στόμα που μπορεί να απαντήσει. Κυρίως αναζητώντας παρέα.
Στη συνέχεια, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η επιλογή ενός άντρα αφηγητή από μια γυναίκα συγγραφέα, (κάτι που φέτος είχε ενδιαφέρον και απο την Χρονοπούλου), σε συνδυασμό με την εμφάνιση της γυναικείας αφηγηματικής φωνής της Κ.Η. Η συνεχιζόμενη διαδοχή αυτή κάνει ορατές τις αποστάσεις ανάμεσα στη συγγραφέα, στις φωνές που αφηγούνται, και στα πρόσωπα που αναδύονται. Έτσι, το φύλο εντός της κατασκευής του λόγου μας υπενθυμίζει ότι κάθε «εγώ» μιλά από μια θέση κι ότι η θέση αυτή μπορεί (και ίσως να βοηθούσε) να μετακινηθεί. Πράγματι, η δύναμη της αφήγησης είναι τρομακτική και συχνά περιμένουμε τα «πραγματικά πρόσωπα» πίσω από μια ιστορία να μας ανακουφίσουν και να σταματήσουν να “μασκαρεύονται” με άλλο φύλο, άλλη γλώσσα, σε άλλη χώρα. Βέβαια η λογοτεχνία είναι ατίθαση.
Αυτό το μασκάρεμα είναι οι μετακινήσεις της φωνής που αντιστοιχούν στη συνολική αρχιτεκτονική του Παραντί κι εκεί που εντοπίζεται περισσότερη σαγήνη του βιβλίου. Η Αθήνα, μονοπάτι για πολλούς δρόμους και ακόμα περισσότερες συναντήσεις, ευνοεί αυτή τη διαδικασία μέσα από την ιδιότυπη συνύπαρξη της σωματικής εγγύτητας και της σιωπής. Άνθρωποι διασταυρώνονται καθημερινά, μοιράζονται έναν δρόμο ή ένα πάρκο, χωρίς να γνωρίζουν σχεδόν τίποτε ο ένας για τον άλλον, κι έτσι το σώμα εμφανίζεται επανειλημμένα στο οπτικό πεδίο ενώ συχνά παραμένει ξένο. Η επιμονή του αφηγητή να προσέχει και να προσδίδει βάρος σε αυτή τη μικρή απόσταση, δεν είναι παρά το βλέμμα μας που στέκεται λίγες στιγμές παραπάνω στο πρόσωπού του «περίεργου» και όμοιου Άλλου στο μετρό ή στη σειρά για κουλούρι.
Η διαδρομή της Τζουλιέτα δείχνει πώς το παρελθόν εξακολουθεί να ενεργεί μέσα στις οικογενειακές σχέσεις αλλά και στον τρόπο με τον οποίο κάποια αφηγείται τον εαυτό της. Στις ιστορίες του Αρχείου εκφράζεται το συλλογικό βάρος που απασχολεί το Παραντί, με την αναζήτηση των επιμέρους ζωών, με τις συγκεκριμένες αφετηρίες και τη συχνά επισφαλή καθημερινότητα. Σε αυτό το κεφάλαιο έρχεται η μεγάλη ιστορική κλίμακα κοντά στην προσωπική εμπειρία, κάτι που μπορεί και να διαβαστεί ως ένα σχόλιο για το Αρχείο, το οποίο μέσα στη μυθιστορηματική σύνθεση καταλήγει ως ιστορική αγκαλιά.
Μεταφορικά, ίσως η σπονδυλωτή μορφή προσφέρει χώρο – “οδηγίες χρήσης” σε αυτή τη συνύπαρξη. Στο Παραντί κάθε ιστορία εισέρχεται σε μια κοινή σύνθεση διατηρώντας το ειδικό της βάρος, όπου η συμπάθεια και η συμπόνια αποκτούν συγγένεια.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ποιητική καταγωγή της Ηλιοπούλου γίνεται αισθητή μέσα από τις εικόνες και τον χρόνο: «Έχω τη φιλοδοξία ενός νησιού που μόλις γεννιέται»
Ωστόσο, η επιτυχία του Παραντί βρίσκεται στα ταξίδια της αφήγησης που μετακινούν διαρκώς το κέντρο του βιβλίου σε έναν καινούριο ψυχικό πλανήτη, όπου η ζωή γίνεται πάλι κατοικήσιμη: «Για την επινόηση της πραγματικότητας χρειάζομαι ένα εσύ»
Από το Παραντί με την τεντωμένη ραχοκοκαλιά κρατάω την οξυδέρκεια της παρακάτω φράσης για την αφήγηση των πολλαπλών απωλειών και την αναζήτηση νοήματος σε μια πραγματικότητα που μας υπερβαίνει όλο και περισσότερο και από την οποία απουσιάζουμε συχνά και οι ίδιοι: “Όλες οι ιστορίες είναι αληθινές, αλλά κάθε μια έχει δεκάδες νήματα. Γι’ αυτό είναι ανεξάντλητες. Τι χάνεται όταν λες μια ιστορία και τι μένει;”





































Leave a Reply