Στο γιορτινό τοπίο της Αθήνας παρεισφύει ένα άλλο, παγωμένο, όταν ο Πάνος φεύγει για το Όσλο. Ο Πάνος και η Μαρία, οι δύο πλευρές ενός νομίσματος, είναι ελληνικά παιδιά που γιορτάζουν τον 15Αύγουστο, είναι ένα σύγχρονο ζευγάρι 30ρηδων. Με μια, σε πολλά σημεία ευχάριστα άναρχη αφήγηση, παρακολουθούμε τα στάδια του χωρισμού τους.
Δεν έχω καταφέρει να βρω ακόμα στη ζωή μου «κακό» ή «λάθος» θέμα για βιβλίο. Μάλιστα, το χρονικό ενός χωρισμού ή μιας απογοήτευσης, παραμένει πολύ ψηλά στη λίστα μου.
Μου άρεσε και το: «Μαρία, θα φύγω», θυμήθηκα την Αρλέτα. Παρ’ όλα αυτά, το ζευγάρι έμεινε μακριά μου αφηγηματικά – δεν κατάφερα να τους καταλάβω. Δεν θα ήταν απαραίτητες οι σαγηνευτικές υπερπληροφορίες ή τα βαθιά συμπεράσματα (κάπου εκεί υπάρχει κι ένας Φλωμπέρ άλλωστε), ούτε πως σνομπάρω το ότι οι ήρωες κάθε τρεις και λίγο μαλακίζονται – τα καταλαβαίνω αυτά και είναι ενδιαφέρον υλικό.
Τους ένιωσα άλλους, ξένους, σα να μη μου επιτράπηκε να τους καταλάβω – με έπιασε να αναρωτιέμαι αν καταλαβαίνουν και εκείνοι τους εαυτούς τους. Ο Πάνος με τα αλλοπρόσαλλα του, η Μαρία με τα δικά της και κανένα μεγάλο όραμα μεταξύ τους – όχι,δεν είναι υποχρεωτικό το μεγάλο όραμα, αλλά περισσότερο πλησίασα την υπόνοια μιας συντροφικότητας, σαν φίλοι που συχνάζουν επί χρόνια στα ίδια καφέ και συνυπάρχουν υπακούοντας τις αισθήσεις τους, παρά το διπλό που αδυνατεί να γίνει μονάδα.
Ξέρω τέτοια ζευγάρια που πάντα κάποιος στρίβει και ο άλλος κοιτάει επίμονα το κενό. Που λένε παιδικά αστειάκια μέρα μεσημέρι σε σκαλάκια στην Κυψέλη. Που φοράνε τα color blocking φλις τους σε events που άλλοι έχουν καλοντυθεί. Που τέλος πάντων, είναι (τις περισσότερες φορές) ευχάριστα ανώριμοι. Ήλπιζα να καταλάβω περισσότερα από τους ωραίους φασαίους της διπλανής πόρτας, που είναι τριάντα αλλά μετά βίας 20, αλλά ο γρίφος παραμένει.





































Leave a Reply