Το μακρινό 2012, ο Γερμανός οικονομολόγος Andreas Wagener δημοσίευσε το παράξενα γοητευτικό paper Why Do People (Not) Cough in Concerts? The Economics of Concert Etiquette. Σύμφωνα με τα δεδομένα του, στα κοντσέρτα κλασικής μουσικής το κοινό φαίνεται να βήχει περίπου διπλάσια απ’ όσο στην καθημερινή ζωή. Ο Wagener πρότεινε ότι μέρος του βήχα μπορεί να λειτουργεί ως ασυνείδητη ή ημισυνειδητή κοινωνική πράξη. Ένα χρόνο μετά, εμφανίστηκε το κείμενο του φιλοσόφου & επιστήμονα Alva Noë, Coughing and the Meaning of Art (2013). Από αυτά τα δύο μαζί, κάποιοι από εμάς, μπορούμε να εξάγουμε το συμπέρασμα αυτής της πρότασης: Αμηχανία μπροστά στο μεγαλείο.
Η ιδέα του Wagener αναφέρθηκε στο ότι ο θεατής λέει «είμαι κι εγώ εδώ ε», ο βήχας ως σχόλιο ή αντίσταση στην παράσταση, δοκιμή ορίων στην ευπρέπεια που χει επιβληθεί κ.ά. Ο Noë λέει πως η σπουδαία τέχνη δεν μας αφήνει απλώς ευχαριστημένους· μας εκθέτει, μας αποδιοργανώνει και μας κάνει να αισθανόμαστε ευάλωτοι. Δηλαδή, ο βήχας ως μικρή σωματική εξέγερση: σπάω τη μαγεία για να θυμίσω στον καλλιτέχνη, στους άλλους και στον εαυτό μου ότι δεν έχω απορροφηθεί ολοκληρωτικά -τέχνη, σε παρακαλώ μη με κατασπαράξεις. Ξέρω πως μπροστά σου είμαι τίποτα.
Ψυχραιμία, ή και όχι, διαβάζοντας Γουλφ.
Το παρόν ανόητο κείμενο ανάμεσα σε όλα τα άλλα του μικρού μου μπλογκ δεν έχει καμία διάθεση κριτικής ακόμα κι εάν φαίνεται έτσι κάποιες φορές· είναι ένα αναγνωστικό ημερολόγιο που συχνά το γράφω πιέζοντας και λίγο τον εαυτό μου, προκειμένου να αποθηκεύω κάπου στο ηλεκτρονικό σύμπαν το αναγνωστικό σήμερα. Η σημερινή προσπάθεια ανήκει στις εξαναγκάσεις αυτές.
Αφού η αναγνώστρια ξεπεράσει την πρώτη εντύπωση, αντιμετωπίζει: ανατροφοδοτούμενο ενδιαφέρον, μνήμες ενός κόσμου πριν την τεχνητή νοημοσύνη, παράξενη διαύγεια, πεταλουδόσκονη, διαστολή του μυαλού απ’ το διπλάσιο μέχρι τ’ άπειρο, ασκήσεις φαντασίας, βάθους και οπτικής, υπερβολικές βιταμίνες για τα εσωτερικά σημεία του μυαλού – αδύνατο να απορροφηθούν εγκαίρως.
Το τέλος κάθε πρότασης ως η αρχή κάποιας άλλης: το κύμα με αφρούς και διαμαντένια ράχη θυμίζει τους διπλωμένους μύες του αλόγου – μετά ένας επιβάτης πέφτει απ’ τ’ άλογο, και καταλήγει νεκρός!
Ως οδηγός εξαιρετικής σύγκρουσης ενάντια στους βαρετούς, που επειδή δεν μπορούν να τεντώσουν τα πόδια έξω από τα εγχειρίδια – κλουβιά τους, σκαρφίζονται τους περιορισμούς τους ως ορθή χρήση της λογοτεχνίας και άλλα φανταστικά τέρατα – αναμένω και τη θέση που θα αναφέρει πως οι σημερινές αυστηρότητες ουδεμία σχέση έχουν με το σεβαστό γλωσσικό κήπο της Γουλφ και πως καλύτερα να εξαντλούνται στις σύγχρονες γυναίκες – υπομονή κορίτσια, θα πεθάνουμε.
Υπάρχουν εξουθενωτικές σελίδες και καλά κάνουν – γλυκιά η αποχαύνωση.
Πιο συγκεκριμένα, τα κύματα φαίνεται σα να χουν κάνει τον απολογισμό ολόκληρου του κόσμου, με τη χρήση αριστοτεχνικής, ζηλευτής πολυφωνίας, με ευφάνταστους ρόλους της πλάσης που βουίζουν τελείως πιστευτά.
Η αναγνωστική πράξη είναι παρόμοια με το να παρατηρεί κανείς τη μικρή αράχνη να δουλεύει στον ιστό της, επιτρέποντας στις αισθήσεις μας να αλλάξουν – παρατηρεί ο αναγνώστης τη χορογραφία των μετρήσεων του τριχωτού πλάσματος, ενώ το σώμα της γίνεται διαβήτης, στερεώνοντας το νήμα ενώ απομακρύνεται για να το τεντώσει, ελέγχοντας έτσι την απόσταση με τα πόδια της, χαράζοντας κυκλικές, μεταξένιες ακτίνες.
Στα Κύματα λοιπόν παρακολουθούμε έξι ήρωες, τρεις άντρες και τρεις γυναίκες, των οποίων καταγράφονται στιγμιότυπα από τις ζωές τους, από την παιδική ηλικία μέχρι την ενήλικη ζωή. Αλλά αυτό δεν έχει καμία απολύτως σημασία.
«Όμως, παρακαλώ επίσης, να προσέξετε το μπαστούνι και το γιλέκο μου. Κληρονόμησα ένα γραφείο από μασίφ μαόνι σ’ ένα δωμάτιο με χάρτες στους τοίχους. Τ’ ατμόπλοιά μας έχουν αποκτήσει μια αξιοζήλευτη φήμη για τις πολυτελείς καμπίνες τους. Τα έχουμε εφοδιάσει με πισίνες και γυμναστήρια. Φορώ ένα λευκό γιλέκο τώρα και συμβουλεύομαι μια μικρή ατζέντα πριν κλείσω κάποιο ραντεβού.
Μ’ αυτά τα πονηρά κι ειρωνικά τεχνάσματα προσπαθώ να σας αποσπάσω την προσοχή απ’ την τρεμάμενη, την τρυφερή, την παντοτινά νεανική κι απροστάτευτη ψυχή μου. Διότι είμαι πάντα εγώ ο νεότερος· ο πιο αφελέστατα ανύποπτος· εκείνος που τρέχει εκ των προτέρων με ανησυχία και συμπόνοια και νιώθει άβολα και ντροπή — είτε από μια μουτζούρα στη μύτη ή από ένα ξεκούμπωτο κουμπί. Υποφέρω απ’ όλες τις ταπεινώσεις. Όμως είμαι συνάμα και ψυχρός σαν το μάρμαρο κι αδίσταχτος. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς μπορείτε να λέτε ότι είναι ευτυχία να έχεις ζήσει. Οι μικροί ενθουσιασμοί σας, οι παιδικές εξάρσεις σας, όπως όταν η κατσαρόλα βράζει ή όταν το απαλό αεράκι ανασηκώνει το πουά μαντίλι της Τζίνη κι εκείνο ανεμίζει αραχνοΰφαντο, είναι όλα αυτά για μένα, σαν τις μεταξωτές κορδέλες που ρίχνουμε μπροστά στα μάτια του αγριεμένου ταύρου. Σας καταδικάζω. Κι ωστόσο, η καρδιά μου σάς λαχταρά. Θα σας ακολουθούσα ακόμα και στην κόλαση, αλλά είμαι πιο χαρούμενος, όταν είμαι μόνος. Απολαμβάνω τη χλιδή. Κι όμως, προτιμώ τη θέα πάνω απ’ τις καμινάδες· τις γάτες που ξύνουν το ψωριάρικο σώμα τους πάνω στις σκουριασμένες σιδεριές· τα σπασμένα παράθυρα και τον βραχνό ήχο της καμπάνας που ακούγεται από κάποια τούβλινη εκκλησία».
Ευχαριστούμε την Άννα Βασιάδη για την υπέροχη και δύσκολη μετάφραση.





































Leave a Reply