Αμέσως μετά τον Παπαγάλο του Φλωμπέρ συνέχισα με τις Αναχωρήσεις, όχι πως δύο βιβλία λένε τίποτα μπροστά στα πόσα έχει γράψει ο Μπαρνς, ωστόσο έκανα την αυγουστιάτικη προσπάθειά μου και μια βιαστική ετυμηγορία έχει βγει.
Ο Μπαρνς μάς ξεκαθαρίζει πως οι Αναχωρήσεις θα είναι το τελευταίο του βιβλίο, και μάλλον λειτουργεί σα μια νηφάλια διαθήκη. Ψάχνουμε καταληκτικές φράσεις, κάποια μεγάλη σύνοψη, την ύστατη σοφία που θα δικαιώσει αναδρομικά ολόκληρη τη διαδρομή του -δεν είμαι σίγουρη πως αυτή ήταν η πρόθεσή του. Περισσότερο το κατάλαβα ως βιογραφικές ενδιαφέρουσες σημειώσεις ενός πατέρα που θέλει να κάνει μια τελευταία βόλτα με τα παιδιά του, όχι για να απολαύσει τόσο ο ίδιος τη βόλτα (μάλλον την απολαμβάνει), αλλά και για να μην μας έρθει απότομο το τέλος του. Η αλήθεια είναι πως δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό πως υπάρχουν τέτοιες πράξεις ευγενικού αφηγηματικού αποχωρισμού. Θυμίζει λίγο τον Carl Rogers της λογοτεχνίας που ήπια μοιράζεται τη βρετανική μαντλέν του -δεν ενδιαφέρεται να στήσει το μνημείο του και αποφεύγει την επισημότητα του κύκνειου άσματος. Μοιάζει περισσότερο με καφέ, παρέα, κάτι οικείο. Τιμά πολύ τον αναγνώστη.
Το περιεχόμενο βρίσκεται σκόπιμα σε μια ασταθή περιοχή ανάμεσα στο μυθιστόρημα, το δοκίμιο, την αυτοβιογραφία και την αυτομυθοπλασία. Το θέμα είναι η μνήμη και η μυθοπλασία – ο Μπαρνς αναζητά τις λειτουργίες αυτών των δύο, λέει εργάζονται με παρόμοιο τρόπο: επιλέγουν, παραλείπουν, μετακινούν λεπτομέρειες και οργανώνουν το χάος της εμπειρίας σε μια ιστορία που μπορούμε να αντέξουμε. Μας τρομάζει με την απώλεια των πολύτιμων αναμνήσεών μας με το γήρας κι εάν τρομάξουμε πολύ μας φοβερίζει για πλάκα με τις χαριτωμένες υπερβολές του, όπως τι θα γινόταν εάν τα θυμόμασταν όλα; Όλες τις πίτες που φάγαμε ποτέ, σε κάθε καινούρια μπουκιά πίτας. Τι θα γινόταν εάν κάθε φορά που κάναμε έρωτα ζούσαμε στη μνήμη μας και όλες τις άλλες φορές;
Αφετηρία του στοχασμού αυτού είναι η ακούσια αυτοβιογραφική μνήμη και, αναπόφευκτα, η περίφημη μαντλέν του Προυστ. Μια γεύση, μια μυρωδιά ή μια ασήμαντη εικόνα μπορούν ξαφνικά να ανασύρουν έναν ολόκληρο κόσμο, χωρίς όμως να εγγυώνται την ακρίβειά του. Ο Μπαρνς αντιμετωπίζει τη μνήμη τρυφερά και με χιούμορ, παριστάνοντας πως δεν φτάνει κάτώ από το δέρμα μας το ρίγος της φρίκης ως συνειδητοποίηση πως η μνήμη δεν είναι το ασφαλές αρχείο, αλλά λειτουργεί σαν ένας συγγραφέας, φαινομενικά ακούραστος αλλά και κάπως ύποπτος, λαμβάνοντας υπόψη πως οι περίπλοκοι εσωτερικοί αφηγηματικοί οδοί που συχνά ακολουθούμε έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, ωστόσο δεν μπορούμε και να βασιστούμε, να βασιζόμαστε για πάντα εκεί. – δεν πειράζει, όλοι μένουμε με την εκδοχή που μας εξυπηρετεί, ακόμα κι εάν είναι η χειρότερα για μας (περίεργο τι ζητήματα συχνά συνορεύουν). Αυτή η αμφίβολη λειτουργία μάς δίνει τη συνεκτική συχνά χαζούλικη ταυτότητα μας κι ακόμα καλύτερα: μας δίνει λογοτεχνία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η ιστορία του Στίβεν και της Τζιν, δύο συμφοιτητών του αφηγητή στην Οξφόρδη, τους οποίους εκείνος φέρνει κοντά στα νιάτα τους. Η σχέση τους διαλύεται προτού οδηγηθεί στον γάμο και οι τρεις τους χάνονται για περίπου σαράντα χρόνια. Όταν ο Στίβεν επιστρέφει ζητώντας τη βοήθεια του παλιού του φίλου, ο Τζούλιαν σκηνοθετεί μια δήθεν τυχαία συνάντηση με την Τζιν και γίνεται για δεύτερη φορά μεσάζων στον έρωτά τους.
Ο αφηγητής νιώθει μεγάλη ασφάλεια αλλά και οικείο τόπο το παραπάνω παράδειγμα. Ρομαντική ιστορία, πεπρωμένο, πείραμα. Αυτό το γλυκόπικρο λένε και οι Αναχωρήσεις, πως δεν επιστρέφουμε ποτέ πραγματικά σε έναν παλιό έρωτα, επειδή οι άνθρωποι που τον έζησαν δεν υπάρχουν πια. Μπορούμε μόνο να συναντήσουμε εκ νέου κάποιον που διατηρεί τη δική του, πιθανώς ασύμβατη, αφήγηση για όσα συνέβησαν. Ο αφηγητής επιθυμεί να προσδώσει στη ζωή των φίλων του την αρμονία ενός μυθιστορήματος, μέχρι που αναγκάζεται να παραδεχθεί ότι «είχε μπερδέψει τη ζωή με τη λογοτεχνία» Τι κολλητός!. Η πραγματικότητα, ωστόσο, αρνείται πεισματικά να υπακούσει στις απαιτήσεις της πλοκής. Δεν προσφέρει πάντοτε ολοκλήρωση, δικαίωση ή ένα τέλος ανάλογο της αρχής. “Απότομο τέλος” λέμε για τη λογοτεχνία – λες και η ζωή έχει πάντα ομαλό τέλος.
Παράλληλα, ο Μπαρνς αφηγείται την εμπειρία της αιματολογικής ασθένειάς του. Δεν «πάσχει» από εξομολογητικές κορυφώσεις και δε διεκδικεί τον ρόλο του τραγικού. Οι εξετάσεις, οι θεραπείες και οι παρενέργειες καταγράφονται με σχολαστικότητα, ένα χαρακτηριστικό του που πρόσεξα και στον Παπαγάλο του Φλωμπέρ, το οποίο σίγουρα μπορεί να βάλει τον αναγνώστη για ύπνο, όμως με τον καλύτερο τρόπο. Είναι πραγματικά ήπιος και νανουριστικός και δεν εκβιάζει τίποτα συναισθηματικά. Είναι ό,τι πρέπει για βιβλίο κρεβατοκάμαρας – κομοδίνου, μπορεί ο αναγνώστης να του εμπιστευτεί άφοβα το αναδυόμενο Ασυνείδητό του. Μάλιστα, η ψυχρή ιατρική γλώσσα, έχει την ωραία λειτουργία της: το σώμα που γερνά παύει σταδιακά να αποτελεί αυτονόητη προέκταση του εαυτού και μετατρέπεται σε σύνολο τιμών, συμπτωμάτων και πρωτοκόλλων. Ο Μπαρνς αντιμετωπίζει αυτή την ταπείνωση με το γνώριμο φλεγματικό του χιούμορ, σα να είναι (ο κάθε άνθρωπος) παράταιρος με αυτή τη διαδικασία. Για λίγο με έκανε να σκεφτώ: Γιατί έχουμε νοσοκομεία; Θα άρεσε στον Μπαρνς η ερώτηση, και η απάντηση μού φαίνεται σαφής και απόλυτη: για να καθυστερήσουμε τα αντίο, τις αποχωρήσεις.
“Πλάι πλάι, παρατηρούμε τις πολλές και ποικίλες εκφάνσεις της ζωής που περνούν από μπροστά μας. Παρατηρούμε και συλλογιζόμαστε. Πού και πού μουρμουρίζω διάφορα, όπως «Τι λες γι’ αυτό το ζευγάρι – είναι παντρεμένοι ή απλώς ερωτευμένοι;», «Κοίτα εκείνα εκεί τα θύματα της μόδας. Είναι τόσο ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους, που είναι σχεδόν συγκινητικό», «Πού τρέχει έτσι αυτός ο παπάς;», «Τι σημαίνει αυτό το φιλί;», «Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που βαδίζει χέρι χέρι – πάντα με συγκινεί αυτό», «Τι νομίζεις, είναι αλήτης ή καλλιτέχνης;», «Είναι πραγματικός καβγάς ή απλώς ερωτικό παιχνίδι; έχει κάτι από Τσέχοφ», «Κοίτα, ένα Τζακ Ράσελ – καλός οιωνός», «Δεν φαντάζομαι να ‘ρχεται βροχή, τι λες κι εσύ;», «Πιστεύεις ότι υπάρχει Θεός – ξέρεις, εγώ δεν το πιστεύω», «Και γιατί όλοι αυτοί μας κοιτάνε ξαφνικά;». Καθημερινοί συνομιλητικοί ψίθυροι, ένας (ή κανένας) από τους οποίους μπορεί να κάνει μετάσταση και να γίνει ιστορία. Με την άκρη του ματιού μου βλέπω πως μοιράζεσαι την προσοχή μου. Αλλά σπάνια πιάνω τις απαντήσεις σου – φοβάμαι πως κάθεσαι από το κουφό μου αυτί.
—
Παρ’ όλα αυτά, ελπίζω να απόλαυσες τη σχέση μας όλα αυτά τα χρόνια. Εγώ σίγουρα την απόλαυσα. Η παρουσία σου με έκανε ευτυχισμένο – στην ουσία δεν θα ήμουν τίποτα χωρίς εσένα. Οπότε θα ακουμπήσω για λίγο το χέρι μου στον ώμο σου -όχι, μη σταματήσεις να κοιτάς- κι ύστερα θα παρέλθω. Όχι, μη σταματήσεις να κοιτάς.
Τζούλιαν Μπαρνς Λονδίνο, 2022-2025”





































Leave a Reply