Ενώ δεν έχει μεγάλα ύψη και μεγάλα βάθη, καταλήγει να είναι ένα ιδιαίτερα συμπαθητικό έργο το οποίο προσφέρει και τόσο υλικό για να σχολιάσει κανείς. Ο Μπαρνς παίρνει τον Φλωμπέρ ως αφετηρία για να γράψει μια ιστορία κάπως παράξενη, παιγνιώδης και μελαγχολική. Αποδεικνύει κάτι γοητευτικά αχρείαστο, μιας και το αποδεικνύει κυρίως στους αναγνώστες του Φλωμπέρ (εάν κι όχι μόνο): πως η καλή λογοτεχνία είναι ένας τόπος τον οποίο μπορείς να επισκέπτεσαι κάθε μέρα και εκεί να ακουμπάς τον εαυτό σου.
Στην περίπτωση αυτή, ο αφηγητής είναι κάποιος Τζέφρι Μπρέιθγουεϊτ, ένας χήρος Άγγλος γιατρός με εμμονικό ενδιαφέρον για τον Φλωμπέρ. Ταξιδεύει λέει στη Γαλλία, στη Ρουέν φυσικά, κι ακολουθεί τα ίχνη του συγγραφέα, αναζητά αντικείμενα, διαβάζει επιστολές, συλλέγει ανέκδοτα, αντιφάσεις και μικρές φλωμπερολεπτομέρειες. Κάπου εκεί βρίσκεται και ένας ταριχευμένος παπαγάλος που χρησιμοποίησε ο Φλωμπέρ όταν έγραφε την Απλή καρδιά (δε το χω διαβάσει το ρημάδι), μόνο που σύντομα εμφανίζεται ένας δεύτερος, εξίσου «αυθεντικός» παπαγάλος. Έτσι ως μια εξαιρετική αφορμή συναισθηματικής διαφυγής από το πένθος του, ο γιατρός πέφτει με τα μούτρα στο να ψάχνει και να εξηγεί, αυτό που τον καίει: τι ακριβώς μπορούμε να γνωρίζουμε για έναν άνθρωπο που έχει πεθάνει; Και τι σημαίνει τελικά «αλήθεια» όταν προσπαθούμε να ανασυνθέσουμε ένα παρελθόν από επιστολές, μαρτυρίες, αντικείμενα και ξένες αναμνήσεις;
Τα κεφάλαια είναι πολύ πολύ απολαυστικά, έχουν δομηθεί με χιούμορ, ως άλλο άτυπο ημερολόγιο ενός πολύ πραγματικού βιογράφου, με τέτοιο τρόπο που ο αναγνώστης νιώθει μέρος ενός τρελού, αδιέξοδου ταξιδιού. Πρόκειται και για κάτι πολύ χρήσιμο, το να σταματήσει η επιμονή στη σοβαροφάνεια του κλάδου. Ο γιατρός παλεύει επί ένα κεφάλαιο να εξηγήσει πόσο ατυχής ήταν η διαπίστωση μιας κριτικού που αδίκησέ τον Φλωμπέρ (!) επειδή, όπως τουλάχιστον της φάνηκε, δεν υπήρχε συνέπεια στο χρώμα των ματιών της Μποβαρύ. Όσοι έχουμε διαβάσει επιστολές του Φλωμπέρ ξέρουμε πως εάν κάτι τον απασχολούσε ήταν το αντικειμενικό αλλά και το ωραίο. Τα ατόφια μέρη της λογοτεχνικότητας. Συνεπώς αυτό το σχόλιο, μάλλον είναι μεγάλη προσβολή. Ο καλός γιατρός λοιπόν το πήρε επίσης πολύ προσωπικά και αναλώθηκε σε μερικές σελίδες ξεκαθαρίζοντας (πολύ σωστά) το ύφος και τις προθέσεις του Φλωμπέρ, θέλοντας να παρασύρει τον αναγνώστη στο μικρό του πρόβλημα.
Αυτό είναι και το πιο απολαυστικό στοιχείο: η διαρκής δυσπιστία του απέναντι σε οποιονδήποτε ισχυρίζεται ότι έχει επιτέλους «καταλάβει» έναν συγγραφέα, μάλλον, έναν Φλωμπέρ. Ο Μπαρνς αγαπά εμφανώς τον Φλωμπέρ, και λατρεύει να μην τον αγιοποιεί. Μάλλον του φέρεται όπως καμία φορά κάνουν τα αδέρφια, που όλη μέρα τραμπουκίζουν τους συγγενείς τους, αλλά εάν κάποιος άλλους τους φερθεί άσχημα, τους υπερασπίζονται. Έτσι και ο καλός γιατρός, τον παρουσιάζει ιδιόρρυθμο, αντιφατικό, σαρκαστικό, ηδονιστή και συγχρόνως απαισιόδοξο, ενώ παράλληλα διασκεδάζει με τη σοβαροφάνεια της λογοτεχνικής κριτικής και με την ανθρώπινη μανία να μετατρέπουμε κάθε βιογραφική λεπτομέρεια σε κλειδί ερμηνείας ενός έργου.
Το μεταμοντέρνο παιχνίδι είναι κομψό και σκοτεινό, καθώς ο αναγνώστης καταλαβαίνει πως ο Φλωμπεριανός μύθος είναι το σάλι των φιλολογικών παρατηρήσεων που έρχεται να καλύψει την κατάσταση με την πεθαμένη γυναίκα του.
Πρόκειται λοιπόν για ένα καλογραμμένο και διασκεδαστικό βιβλίο, για Φλωμπεριανούς ή μη, καλύτερα όμως για Φλωμπεριανούς. Η μοναδική ένστασή μου δεν αφορά αποκλειστικά τον Μπαρνς, μάλλον είναι μια γενικότερη σημείωση: στο κεφάλαιο που ο αφηγητής παριστάνει πως είναι η Κολέτ με διαπέρασε μια θλίψη, σα το ύφος του να μη με έπειθε καθόλου. Φυσικά και ο καλός γιατρός διατηρεί επίτηδες θεατρινισμούς και γούστο στον τρόπο του και δεν επιχειρεί πράγματι να υιοθετήσει τα γόητρα της εποχής, ωστόσο υπάρχει κάτι ιδιαίτερα περίεργο όταν ως γυναίκα διαβάζεις έναν άντρα να μιμείται μια γυναίκα: σπάνια είναι καλό. Και ο λόγος δεν είναι η συγγραφική δεινότητα – ο Μπαρνς απέδειξε ό,τι χρειαζόταν να αποδείξει, αλλά το γεγονός πως ιστορικά δεν αποκτήσαμε ποτέ το κατάλληλο υλικό, συνεπώς οι μνήμες που έχουμε για την Κολέτ και τόσες άλλες, δεν είναι παρά καθρεφτίσματα των «σπουδαίων», των μη σπουδαίων και των σπουδαίων ανδρών κοντά τους.
Ο αφηγητής ξεκινάει με την Κολέτ να προσφέρει στον αναγνώστη το μπράτσο της ώστε να περπατήσουν μαζί και να μας πει την ιστορία της – κάτι, δεν έχω ιδέα τι – με πικραίνει σε αυτό. Όπως και η έπαρσή της, πως δεν είχε ανάγκη έναν Φλωμπέρ, είχε βραβευτεί ήδη, ήταν ήδη αναγνωρίσιμη. Και μετά έχουμε μια Κολέτ να ταξιδεύει στη Ρουέν και να της κλείνει η οικογένεια Φλωμπέρ την πόρτα στη μούρη. Τα ξέρω αυτά, ό Μπαρνς κι εάν τα ξέρει. Ωστόσο υπάρχει μια αδιόρατη ουσία, που ως ανθρωπότητα η οποία προχωράει χωρίς να σώζει τη γυναικεία μνήμη, χάσαμε, συνεπώς είναι και αδύνατο, κατ’ εμέ, να προσποιηθούμε πως μπορούμε να την αναπλάσουμε.
Η άνω τελεία πέφτει, και τελευταία σημείωση: ο γιατρός φλέρταρε με τη φράση «Madame Bovary, c’est moi» πολύ, κάτι που μέχρι το τέλος μου φαινόταν απλά αναμενόμενο, ώσπου η σκέψη πως η λογοτεχνία είναι ένας τόπος που οι αναγνώστες ακουμπάμε τη ζωή μας, φωτίζει πως η Μποβαρύ θα μπορούσε να είναι η εκλιπούσα – και ο γιατρός, ω, είναι γιατρός. Τι θλίψη ξαφνικά.





































Leave a Reply