Το εξαιρετικό έργο της Turpeinen το οποίο αναδείχθηκε από την εντυπωσιακή μετάφραση της Αλυσσανδράκη προσφέρεται για μεγάλη συζήτηση, πολλές αναλύσεις· τα χωρισμένα μέρη του βιβλίου βοηθάνε σε αυτό.
Το μαγευτικό εξώφυλλο ήταν που με έσπρωξε να το επιλέξω, θεωρώντας πως θα είναι κάποια συναρπαστική ιστορία ταξιδιών, μιας και η μικρή αναγνώστρια του Ιούλιου Βερν μέσα μου ακόμα υπάρχει και την ακούω, ακόμα κι εάν πίστευε πως ο Βερν ήταν Ρωμαίος. Τέλος πάντων.
Είχα διαβάσει διαγώνια για τη θαλάσσια αγελάδα του Στέλλερ, το πλάσμα που είχε διανύσει εκατομμύρια χρόνια ήρεμης ζωής, μέχρι που ανακαλύφθηκε το 1741 και κυνηγήθηκε με τέτοια συνέπεια και μανία και επειδή ήταν τόσο ανυπεράσπιστη, εξαφανίστηκε σε μόλις 27 χρόνια.
Μέσα σε αυτά τα λίγα χρόνια χωράει σχεδόν ολόκληρη η ανθρώπινη τραγωδία: περιέργεια, γνώση, κατάκτηση, εκμετάλλευση και, τελικά, καταστροφή.
Η ιστορία ξεκινάει με τη Μεγάλη Βόρεια Αποστολή και τον Γερμανό φυσιοδίφη Γκέοργκ Βίλχελμ Στέλερ, και απλώνονται σε τρεις αιώνες – η Turpeinen ακολουθεί όχι μόνο το ζώο, αλλά τα ίχνη που αφήνει πίσω του: την ανακάλυψη, την εξαφάνιση, τα οστά, τον σκελετό του, τους ανθρώπους που τον αναζητούν, τον μελετούν, τον σχεδιάζουν, τον ταξινομούν και τον συναρμολογούν ξανά. Ο σκελετός φτάνει τελικά στο Ελσίνκι και γίνεται μουσειακό έκθεμα, οπότε οι εσωτερικές αφηγήσεις με μνήμη προκαλούν μια ανακούφιση. Όχι για αυτή την αναγνώστρια, που από την πολύ αρχή ήλπιζε στην καταβύθιση του ρημαδοπλοίου ή έστω, στο να φαγωθεί ο Στέλερ και οι υπόλοιποι από τα άγρια ζώα στο νησί των αλεπούδων.
Το επίτευγμα της Turpeinen είναι αξιοθαύμαστο, παίρνει ένα υλικό που θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει ένα εξαιρετικό βιβλίο εκλαϊκευμένης ιστορίας της επιστήμης και το μετατρέπει σε λογοτεχνία, μιας και πραγματικά πρόσωπα, επιστημονικές παρατηρήσεις, αποστολές, επιστολές, μουσειακά αρχεία και ιστορικά περιστατικά μπαίνουν στη μυθοπλασία (είναι ανακατεμένα με πολύ προσοχή &σεβασμό) χωρίς αντίστοιχα το μυθιστόρημα να μοιάζει με σχολαστική επίδειξη έρευνας. Και η έρευνα πίσω του είναι σαφώς τεράστια μιας και η ίδια η συγγραφέας έχει μιλήσει για τις εκατοντάδες επιστολές της Άννα Φούρουγελμ, τις μαρτυρίες ανθρώπων που γνώρισαν τον Γιον Γκρένβαλ και ακόμη και τα προσωπικά αντικείμενα που εκείνος είχε αφήσει στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας (οι λίστες εντός είναι ξεσηκωτικές)
Κι όμως, το ωραιότερο εύρημα του βιβλίου είναι η καλή καρδιά της Turpeinen που αρνείται να αφήσει το ζώο να παραμείνει «εύρημα». Φαίνεται πως μέσα της έχει δώσει κάποιες μάχες: ο Στέλερ ως φιλόδοξος επιστήμονας, που ως άνθρωπος του καιρού του υπάκουγε σε μια ισορροπία φιλοπεριέργειας για την επιστήμη των ειδών αλλά και ως άνθρωπος της θεολογίας (σε μια ισχυρή εκκλησία που αντιμετώπιζε την επιστήμη ως έναν γοητευτικό κλάδου του Δημιουργού της). Υπάρχει μια χαρακτηριστική σκηνή όπου ο Στέλερ μαγεύεται από τη μητρική συμπεριφορά των βιδρών και φαίνεται να στέκεται στην είσοδο μιας σημαντικής σκέψης, αλλά γρήγορα καταλήγει πως όλα τα ζώα είναι δώρα του Θεού στον άνθρωπο και ο άνθρωπος οφείλει να βρει έναν τρόπο να τα χρησιμοποιήσει- δεν μπορεί η ιστορία να ξαναγραφτεί, έτσι δεν είναι;
Εδώ βρίσκεται και μια από τις ωραιότερες ειρωνείες: γνώση και καταστροφή. Ο άνθρωπος θέλει να γνωρίσει τον κόσμο και γι’ αυτό ταξιδεύει, παρατηρεί, σχεδιάζει, συλλέγει, αυτή η περιέργεια είναι που τον κάνει να επιβιώνει και να είναι και όμορφο πλάσμα ενίοτε, αλλά για να μελετήσει ένα ζώο, το σκοτώνει. Από την αρχή ο Στέλερ μας προετοιμάζει και ξεκοιλιάζει τον παπαγάλο που βρήκε, ενώ πετά τα εντόσθια στη θάλασσα. Για να διατηρήσει το «δείγμα» του, ο άνθρωπος, το ταριχεύει, το βάζει σε μουσεία – όλα γύρω από την ανθρώπινη ματιά.
Την ίδια στιγμή που η επιστήμη διευρύνει εκπληκτικά τα όρια της ανθρώπινης γνώσης, η οικονομική εκμετάλλευση ακολουθεί τις ίδιες διαδρομές και εξαντλεί ό,τι βρει μπροστά της. Το βιβλίο κρατά μια έξυπνη ισορροπία και δεν απλοποιεί την αντίφαση στο κακός άνθρωπος/καλή φύση, εάν και η τραγωδία της θαλάσσιας αγελάδας μας δίνει μια καλή αίσθηση πού στέκεται η Turpeinen και που καλό θα ‘ταν να στεκόμασταν όλοι.
Επειδή το ζήτημα της θαλάσσιας αγελάδας είναι ανεξάντλητο και θλιβερό πέρα από κάθε συζήτηση, μπορεί κανείς να σταθεί στα άλλα δύο σημαντικά ζητήματα: η Turpeinen υπογραμμίζει έξυπνα πως η φύση μπορεί να τελειώσει. Ναι, να εξαντληθεί. Ως «πόρος» του αδηφάγου γνωστού θηλαστικού κι ως εξαφάνιση ζωής του πλανήτη. Τα είδη προφανώς δεν αποτελούν ανεξάντλητα μέρη ενός κόσμου που δημιουργήθηκε ως παιδομηχανή του ανθρώπου. Το βιβλίο παρακολουθεί, μαζί με την ιστορία της αγελάδας, ως το σημαντικότερο σύμβολο και τη μεταμόρφωση της ίδιας της ανθρώπινης σκέψης απέναντι στη φύση από τον 18ου αιώνα και το πώς αναγκάστηκε το είδος μας να βάλει γυαλιά για να αποκτήσει οικολογικό βλέμμα.
Σημαντικό και το φεμινιστικό του ζητήματος, όπου η Turpeinen αναζητά τη γυναικεία παρουσία μέσα στην ακολουθία των «μεγάλων» ανδρών. Στέκεται στις αόρατες «βοηθούς» που ζωγράφιζαν, αφηγούνταν, ταξινομούσαν και χωρίς αυτές η μνήμη θα είχε χαθεί.
Είναι μια σημαντική αναγνωστική επιλογή (θεματικά ανάμεσα στα πλάσματα του Μπόρχες και το αιματοβαμμένο Πέρασμα του Μακελάρη) για πολλούς λόγους, κι ένας από αυτούς είναι πως κάποτε, μέσα σε όλα, θα χρειαστεί να εξελιχθούμε σε ένα είδος που όχι απλά θυμάται, μιας και μιλάμε διαρκώς για τη σημασία της μνήμης, αλλά να στέκεται και πενθεί, έστω και ό,τι χάθηκε πριν από δυόμισι αιώνες.





































Leave a Reply