Ήταν ωραία έκπληξη, τελείωσε σε 1,5 καθισιά και ήδη ψαχνόμουν για περισσότερα δικά της. Το ύφος της είναι το όλο ζήτημα, έντονο και αντισυμβατικό.
Η Βέρα, από τις «αντρικές κομμώσεις Βέρα», χάνει τον σύζυγό της, έναν Τζόκεϊ, κι έτσι από την αρχή ως το τέλος βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το πένθος· με το πένθος μιας γυναίκας που δεν έχει χρήματα, συνεπώς πρόκειται για ένα πολύ ιδιαίτερο κατεβατό, με άναρχους διαλόγους, όλα μέσα από τα μάτια της Βέρας, με τη δυνατή αυτοέκφραση που δε δίνει δεκάρα για τα συμπεράσματα των άλλων. Δεκάρα μάλλον θα ‘θελε να τους πάρει, εάν καταφέρει να τους πουλήσει κάτι.
Μου φάνηκε πολύ πολύ ρεαλιστικό, σαν να πρόκειται για μια ηρωίδα που πατά γερά στη γη, που όταν αγαπά, αγαπά μέχρι τέλους και όταν δεν συμπαθεί κάποιον, το λέει ευθέως. Όταν καταπιάνεται με μια δουλειά, δίνεται εκατό τοις εκατό και είναι βέβαιη πως θα την κάνει καλά – και την κάνει. Όσο η αναγνώστρια θαυμάζει τη Βέρα, τόσο φουντώνει και το πένθος με τον πιο ύπουλο τρόπο.
Χαίρομαι πολύ που τα φέρε έτσι ο αναγνωστικός χρόνος και το διάβασα, με αιφνιδίασε πολύ ευχάριστα, έριξε ξύλο στην ετεροκανονικότητα, στον μικροαστισμό και στην εκμετάλλευση· έριξε ξύλο γενικά.
Δεν μπορείς παρά να χαμηλώσεις λίγο ταχύτητες γνωρίζοντας πως η κάθε Βέρα προσπαθεί εδώ κι εκεί να πουλήσει ενθύμια του άντρα της: στη γειτόνισσα, στον γιατρό, σε έναν πρώην εραστή ή σε μια πρώην ερωμένη του. Και καθώς πηγαίνει από τον έναν στην άλλη, αφηγείται στην αναγνώστρια όλο και περισσότερα για τη ζωή της. Πόσο ρεαλιστικό είναι να ‘χεις το ρολόι ενός πεθαμένου και να προσπαθείς να το πουλήσεις; Εγώ έχω ένα τέτοιο εκκρεμές στο πάτωμα ενός δωματίου εδώ και λίγους μήνες και όταν περνάω έξω από το δωμάτιο ακούω τους δείκτες να κάνουν φασαρία – όχι δεν θα το πωλούσα, αλλά τέλος πάντων, εάν τα ρολόγια των πεθαμένων δεν είναι σπουδαίο λογοτεχνικό ζήτημα, δεν ξέρω τι είναι. Για να μη πούμε για τα παπούτσια των πεθαμένων που εάν τα φορέσεις θα πεθάνεις κι εσύ, γιατί «έχουν την τάση να γυρίζουν σπίτι».
Η Ζ. Ρούντζκα με τη γήινη ειρωνεία, ενδιαφέρεται μόνο για τη ζωντανή, ανθρώπινη ύλη, γυρνάει την πλάτη στο καθωσπρέπει διακριτικό «αντίο» και αγκαλιάζει το χοντροκομμένο και ξεδιάντροπο μέσα στην αμεσότητά του. Η ελευθερία της Ζίτας και κατά συνέπεια της Βέρας της, σε γραφή, γλώσσα και θέμα, μαζί με το σπάσιμο της πειθαρχίας, ειδικά όταν έχεις ανώτερες δυνάμεις (ρεαλισμό, συνέπεια, εξυπνάδα, χάρη και φινέτσα) σμιλεύει έναν πολύ σημαντικό θάνατο.
«Ήταν ωραίος άντρας κι εγώ είχα διαλέξει φέρετρο για άσχημο.
Έπρεπε να ρίξω περισσότερο χρήμα, αυτό που πλήρωσα δεν ταίριαζε εντελώς στην ιδέα μου.
Ελαττωματικό προϊόν, στα πλάγια χαλαρό. Φεύγει η κόλλα. Τι να περιμένεις από τη μαζική παραγωγή. Δε θα σπάσει, με διαβεβαίωσαν.
Τι να κάνω; Τόσα είχα μαζέψει για το φέρετρο, παραπάνω δε δίνω. Πρέπει να γίνει ταφή και το φέρετρο δεν είναι φτηνό προϊόν. Τα ‘χει τα λεφτά του.
Πρώτη φορά το έβλεπα στην πραγματικότητα. Το κοίταξα από όλες τις πλευρές. Το κλότσησα με το πόδι. Μόλις που πασπάτεψα τον πάτο, κι έπεσαν πριονίδια. Πιτυρίδα θα πέσει και σε φροντισμένο κεφάλι.
Έσκυψα να δω τα πλευρά. Το μεγάλο φέρετρο έχει τη χάρη. Αυτό εδώ, στενό και όμορφο σαν σκουληκαντέρα κομμένη στα δύο.
Απομακρύνθηκα μερικά βήματα. Η θέα άλλαξε αμέσως. Μπορεί να αρέσει. Από μακριά περνιέται για καθωσπρέπει τάφος. Με την πρώτη ματιά βγαίνει μπροστά η σκάρτη αθλιότητα.
Και πότε έθαψα εγώ άνθρωπο; Ποτέ. Θα τον θάψω όπως ξέρω, μόνη μου θα περπατάω πίσω απ’ το φέρετρο, θα τα κανονίσω όλα μόνη μου.
Αυτό το φέρετρο κανόνισα, αυτό θα είναι. Είναι μια κάσα της προκοπής για θάψιμο. Θα έμπαινα κι εγώ σε ένα τέτοιο, αλλά σκοπεύω να ζήσω λίγο ακόμα.»





































Leave a Reply