Έχουμε πια πολλά παραδείγματα όπου η λογοτεχνία πλησιάζει πάρα πολύ την αυτοβιογραφία, το δοκίμιο και τη μαρτυρία. Η Ερνώ και ο Λουί έχουν αγαπηθεί πολύ από τους αναγνώστες -μου αρέσουν κι εμένα, παρότι δεν μπορώ να δηλώσω χούλιγκαν της αυτοβιογραφικής λογοτεχνίας. Μάλλον μου πήρε κάποιον καιρό να χωνέψω ότι «λογοτεχνία» δεν σημαίνει «μυθοπλασία»· εξακολουθώ, ωστόσο, να προτιμώ τους επινοημένους χαρακτήρες.
Παίρνει ίσως κάποιον χρόνο να αντιληφθείς τη λογοτεχνικότητα που μπορεί να βρίσκεται στη γλώσσα, στη σύνθεση, στην επιλογή και την οργάνωση των αναμνήσεων, στον ρυθμό, στις επαναλήψεις, στην οπτική γωνία και, μάλλον, εντέλει, στο σημαντικότερο: στον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας κατασκευάζει τον εαυτό του ως αφηγηματικό πρόσωπο. Ο πρώτος αυτής της σχολής που πραγματικά με συντάραξε ήταν ο Εριμπόν, με την Επιστροφή του στη Ρενς.
Η Ερνώ μοιάζει να επιδιώκει μια πιο επίπεδη, σχεδόν κοινωνιολογική γραφή, ενώ ο Λουί φαίνεται να βρίσκεται καθαρότερα στην περιοχή της πολιτικής αυτοβιογραφικής λογοτεχνίας, χρησιμοποιώντας το προσωπικό βίωμα για να εξετάσει την τάξη, τη φτώχεια, την αρρενωπότητα, την ομοφοβία, τη βία, την οικογένεια και την κοινωνική κινητικότητα.
Η Επέτειος του Μπαγιάνι μάλλον ανήκει πολύ κοντά σε αυτή την παράδοση, αλλά κάνει κάτι ενδιαφέρον: η διακοπή των σχέσεων με τους γονείς οργανώνεται γύρω από μια συγκεκριμένη λογοτεχνική σύλληψη, την «επέτειο» της φυγής. Μια λέξη που κανονικά θα μας οδηγούσε σε γάμους και βαφτίσια, τώρα μετατρέπει σε γιορτινό γεγονός ένα θέμα που, αν το «άνοιγες» σε ένα τραπέζι, πιθανότατα θα προκαλούσες αμηχανία.
Έτσι, το προσωπικό του βίωμα αποκτά αφηγηματική αρχιτεκτονική: από το ασφαλές «τώρα», προς το μη ασφαλές «πίσω». Μαθαίνουμε το χρονικό της οικογενειακής κακοποίησης και της αποξένωσης, ενώ ταυτόχρονα ο συγγραφέας ανακατασκευάζει τη θέση του ή, μάλλον, την απουσία του, μέσα στον οικογενειακό χώρο. Κάπως σαν τις περιπτώσεις ανθρώπων που ανήκουν από τη γέννησή τους σε μια κλειστή θρησκευτική ομάδα και τελικά την εγκαταλείπουν, μαζεύοντας τη δύναμη να την «προδώσουν» και να μιλήσουν πια ανοιχτά για το τι σήμαινε να βρίσκονται μέσα σε ένα καλτ γεμάτο παράλογους κανόνες.
Στην αρχή τέτοιων ιστοριών παλεύω πάντα να καταλάβω γιατί δεν εκτιμώ ιδιαίτερα τη μεθοδική, γραμμική αυτοβιογραφία, ενώ ξέρω πολύ καλά πως λατρεύω την αυτοβιογραφική πρώτη ύλη. Μάλλον με δυσκολεύει ακριβώς η παραδοχή ότι η «απείραχτη» ζωή, αυτούσια, μπορεί να αποτελεί το λογοτεχνικό γεγονός.
Ενώ διάβαζα, είχα μια περίεργη αναλαμπή: σκέφτηκα τρεις διαφορετικές γυναίκες που ξέρω και οι οποίες έχουν υποστεί ενδοοικογενειακή βία. Μικρότερες και μεγαλύτερες σε ηλικία, με σπουδές και χωρίς, από μεγάλη πόλη και από επαρχία. Και οι τρεις, κάποια στιγμή, έπιασαν δουλειά στο σούπερ μάρκετ κοντά στο σπίτι τους· και στις τρεις περιπτώσεις αυτή η κίνηση καταδικάστηκε από τον δικτάτορα του σπιτιού. Το σούπερ μάρκετ κόπηκε μαχαίρι – όλοι οι δικτάτορες είχαν πει πως είναι ταπεινή και κουραστική δουλειά για τη γυναίκα τους, ενώ οι γυναίκες δεν έχω ιδέα τι έλεγαν, αυτό είναι άλλωστε και το «μυστικό επιτυχίας» ενός κακοποιητικού γάμου: η γυναικεία σιωπή.
Δεν είναι ολοκληρωμένη η σκέψη· απλώς, για λίγο, στάθηκα σε εκείνες τις δουλειές που έχουμε μάθει κοινωνικά να υποτιμούμε, μέσα από φράσεις σαν το «διάβασε, μη βρεθείς ταμίας στο σούπερ μάρκετ» κάτι που τελικά εξυπηρετεί πολύ τους δικτάτορες. Ακόμα, σκέφτηκα πόσο διαφορετικό νόημα μπορεί να αποκτήσει ακριβώς αυτή η δουλειά για μια γυναίκα που ζει υπό τον έλεγχο κάποιου άλλου: ένας μισθός δικός της, ώρες έξω από το σπίτι, συνάδελφοι, επαφή με άλλους ανθρώπους, ένας χώρος στον οποίο δεν είναι σύζυγος ή μητέρα ή θύμα, αλλά εργαζόμενη. Άνθρωποι παντού τριγύρω που θα το παρατηρήσουν εάν λείψει, ίσως τη δουν να κλαίει, ίσως δουν μελανιές, ίσως πουν κάτι, ίσως ανοίξουν μια άλλη πόρτα για εκείνη. Τι παράξενο που μια εργασία την οποία η κοινωνία χρησιμοποιεί συχνά ως απειλή αποτυχίας μπορεί για τόσες γυναίκες να κουβαλάει κάτι από εισιτήριο ελευθερίας και να γίνεται ο απόλυτος και μοναδικός υλικός όρος ανεξαρτησίας.
Όπως και να ’χει λοιπόν, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το σημαντικότερο όλων: ο Μπαγιάνι έγραψε για τον Μουσολίνι του, εμείς παλεύουμε με τους Παπαδόπουλούς μας – εμπρός λοιπόν, είναι ανηφόρα αλλά περπατιέται.
«Είναι ένα είδος αστερισμού ξεσπασμάτων οργής, είναι η απόδειξη μιας απελπισίας, ενός περίπλοκου ψυχικού πλαισίου και μιας φασιστικής κληρονομιάς που ο ίδιος αρνιόταν, αλλά που εκδηλωνόταν ουσιαστικά στις πράξεις του. Κι όμως, τώρα, ξανακοιτάζοντάς τα όλα μέσα από τον σκεπτόμενο μηχανισμό του μυθιστορήματος, υπάρχει ένα στοιχείο που επιβάλλεται. Σε κάθε σκηνή ο πατέρας μου που χτυπά τον γιο του με γυμνά χέρια ή τον σπρώχνει στον τοίχο έτοιμος να το κάνει η μητέρα μου δεν εμφανίζεται. Ή μάλλον, σε κάθε σκηνή, η μητέρα μου κοιτάζει αλλού. Όσο περισσότερο δεσπόζει το σώμα του πατέρα μου, τόσο αποσύρεται το δικό της. Η απόσυρση αυτή, είτε από δειλία είτε από δέος, είναι αυτό που έχει μείνει εντός μου.»





































Leave a Reply