Το Βιβλίο της Πολιτείας των Κυριών – Κριστίν ντε Πιζάν
Πρόκειται για μια αναγνωστική επιλογή που θα αφήσει την αναγνώστρια με βαρύ κεφάλι, καθώς πολλοί υπολογισμοί οφείλουν να γίνουν. Μάλλον είναι ένα από τα πρώτα συστηματικά κείμενα υπεράσπισης των γυναικών στη δυτική γραμματεία. Γραμμένο το 1405, Το Βιβλίο της Πολιτείας των Κυριών δεν θα διαβαζόταν σήμερα ως φεμινιστικό μανιφέστο (εξαρτάται βέβαια πόσο ‘αδύνατη’ είναι η συζήτηση) αλλά ως η προσπάθεια μιας εξαιρετικά μορφωμένης χριστιανής γυναίκας που προσπαθεί να απαντήσει, με τα διαθέσιμα πνευματικά εργαλεία της εποχής της, στον βαθιά εδραιωμένο μισογυνισμό του Μεσαίωνα.
Η αφετηρία του έργου είναι συγκινητικά απλή και γνωστή στις περισσότερες: Η Πιζάν, έχοντας μόλις διαβάσει ακόμη ένα βιβλίο γεμάτο προσβολές για τις γυναίκες, αρχίζει να αμφιβάλλει ακόμη και η ίδια για την αξία του φύλου της. Αναρωτιέται πώς είναι δυνατόν τόσοι διάσημοι άνδρες φιλόσοφοι, ποιητές και θεολόγοι να επαναλαμβάνουν τις ίδιες κατηγορίες χωρίς αυτές να περιέχουν κάποια αλήθεια.
Τότε εμφανίζονται μπροστά της τρεις αλληγορικές θηλυκές μορφές ή αλλιώς τρεις κυρίες: η Λογική, η Ορθότητα και η Δικαιοσύνη, οι οποίες την καλούν να οικοδομήσει μια συμβολική πόλη, μέσα στην οποία θα κατοικήσουν όλες οι σπουδαίες γυναίκες της ιστορίας. Η πόλη αυτή δεν είναι ένας πραγματικός τόπος, αλλά ένας πνευματικός χώρος προστασίας απέναντι στη συκοφαντία και στη λήθη.
Το σπουδαιότερο χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι ότι η επιχειρηματολογία της Πιζάν δεν στηρίζεται σε αφηρημένες θεωρίες, και αντί να διατυπώσει μια φιλοσοφική πραγματεία για την ισότητα, συγκεντρώνει εκατοντάδες παραδείγματα γυναικών από την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα, τη Βίβλο, τη μυθολογία και τη μεσαιωνική ιστορία. Η αφήγηση είναι μια πλούσια και αναλυτική βιογραφική ανθολογία, ενώ κάθε ιστορία αποτελεί μια απάντηση σε κάποιο στερεότυπο: απέναντι στον ισχυρισμό ότι οι γυναίκες είναι ανόητες παρουσιάζονται μορφές εξαιρετικής διανόησης· απέναντι στην ιδέα ότι είναι δειλές προβάλλονται πολεμίστριες και βασίλισσες· απέναντι στην κατηγορία της ηθικής αδυναμίας παρατίθενται παραδείγματα «αυταπάρνησης» και αρετής. Η ίδια η δομή του έργου λειτουργεί σαν μια εγκυκλοπαίδεια της γυναικείας ιστορίας, αποκαθιστώντας πρόσωπα που η ανδροκρατούμενη ιστοριογραφία είχε αγνοήσει ή υποβαθμίσει.
Το πιο σύγχρονο και εντυπωσιακό επιχείρημα της Πιζάν είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει την εκπαίδευση των γυναικών, σε μια εποχή όπου η περιορισμένη μόρφωση επέμενε να παρουσιάζεται ως απόδειξη φυσικής κατωτερότητας, εκείνη αντιστρέφει πλήρως το επιχείρημα και υποστηρίζει ότι οι γυναίκες φαίνονται λιγότερο μορφωμένες μόνο επειδή αποκλείονται συστηματικά από τη γνώση κι εάν είχαν τις ίδιες εκπαιδευτικές ευκαιρίες με τους άνδρες, θα μπορούσαν να διακριθούν εξίσου στις επιστήμες, στις τέχνες και στη διακυβέρνηση. Η συγκεκριμένη είναι πράγματι μια εξαιρετικά μοντέρνα θέση για τις αρχές του 15ου αιώνα, η οποία προαναγγέλλει μεταγενέστερες φεμινιστικές θεωρίες γύρω από την κοινωνική κατασκευή της ανισότητας.
Ιδιαίτερα γοητευτικό είναι επίσης το εύρος των γυναικείων μορφών που επιλέγει και η ανθολογία της γραμμένη με απλό τρόπο, δεν χάνεται στις αντρικές φιγούρε, ενώ τονίζει τον εκάστοτε βίο των γυναικών – ένας καλός και εύκολος τρόπος να ενημερωθεί καμία για βίους που ίσως είχαμε ακούσει αλλά δεν είχαμε ποτέ μελετήσει παραπάνω. Δίπλα σε βασίλισσες και αγίες συνυπάρχουν ποιήτριες όπως η Σαπφώ, ζωγράφοι, εφευρέτριες, ηγεμόνες, μυθικές μορφές όπως η Διδώ και οι Αμαζόνες (τι ωραία ιστορία!), αλλά και γυναίκες που διακρίθηκαν για τη σοφία, την πολιτική τους ικανότητα ή τη γενναιότητά τους. Η συγγραφέας δείχνει ότι η γυναικεία αξία δεν περιορίζεται σε έναν μόνο κοινωνικό ρόλο, αντιθέτως, εκτείνεται σε κάθε πεδίο και χρόνο της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Παράλληλα, το βιβλίο αποτελεί ένα εντυπωσιακό δείγμα ουμανιστικής παιδείας, καθώς η Πιζάν αποδεικνύει ότι έχει μελετήσει ένα τεράστιο σώμα πηγών (που η έκδοση ευτυχώς μας προσφέρει στις σημειώσεις) και καταφέρνει να συνδυάσει την αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή παράδοση με τη χριστιανική γραμματεία. Το γεγονός ότι μπορεί να μεταπηδά με φυσικότητα από τη μυθολογία στη Βίβλο και από την ιστορία στη φιλοσοφία, μαρτυρά το χαρισματικά κατακτημένο εύρος των γνώσεών της, τη συγγραφική της δεξιοτεχνία, αλλά και την ανοιχτοσύνη που είχε – μόνο να υποθέσει καμία μπορεί σχετικά με το ποια θα ήταν η Πιζάν σήμερα και πόσα παραπάνω θα είχε απορρίψει ως σεξιστική κοσμογονία. Η αφήγηση της διατηρεί μια αξιοθαύμαστη ζωντάνια που θυμίζει νεαρό κορίτσι, παρά τον μεγάλο αριθμό παραδειγμάτων (που θα μπορούσε να κουράσει), γεγονός που κάνει το έργο να διαβάζεται ακόμη και σήμερα με ενδιαφέρον, ενώ οι βίοι και η συνομιλία με τις τρεις κυρίες εμφανίζονται με εναλλαγές κι έτσι δεν καταλήγει εγκυκλοπαιδική γνώση, αλλά «συνομιλία» προς κατατρόπωση του σεξισμού και εμψύχωση του απογοητευμένου γυναικείου πνεύματος.
Το δυσκολότερο σημείο του έργου για τη σύγχρονη αναγνώστρια είναι αναμφίβολα το έντονο χριστιανικό του στοιχείο. Το τρίτο βιβλίο αφιερώνεται σχεδόν ολοκληρωτικά στις γυναίκες που μαρτύρησαν για την πίστη τους και καταλήγει με την Παναγία ως βασίλισσα της συμβολικής πολιτείας. Οι συνεχείς περιγραφές βασανιστηρίων, διωγμών και μαρτυρικών θανάτων μπορεί να κουράσουν ή ακόμη και να αποξενώσουν όποια δεν είναι εξοικειωμένη με τη χριστιανική αγιολογική παράδοση. Βέβαια, γίνεται κατανοητό πως για την Πιζάν η πίστη ήταν η «γέφυρα» ανάμεσα στο πλάσμα «γυναίκα» και τον ενάρετο κόσμο που στους άνδρες δινόταν πολύ πιο εύκολα, καθώς μέσα στο πνευματικό πλαίσιο του Μεσαίωνα, η αγιότητα ήταν η μεγαλύτερη μορφή κοινωνικής αναγνώρισης που μπορούσε να αποδοθεί σε μια γυναίκα.
Το ίδιο ισχύει και για το τελευταίο μέρος του βιβλίου, όπου η συγγραφέας απευθύνει συμβουλές προς τις γυναίκες της εποχής της. Η έμφαση στην ταπεινότητα, την υπομονή, την αγνότητα και την υπακοή φαίνεται αντιφατική σε σχέση με τον υπόλοιπο δυναμισμό του έργου. Σε ορισμένα σημεία, μάλιστα, η Πιζάν φαίνεται να αποδέχεται ότι μια γυναίκα οφείλει να υπομένει ακόμη και έναν κακοποιητικό σύζυγο, επειδή η θρησκευτική της υποχρέωση υπερισχύει της προσωπικής της ευτυχίας (νά τα μαρτύρια!). Πρόκειται αναμφίβολα για μια θέση που προκαλεί έντονη δυσφορία, ωστόσο, η αντίφαση αυτή φανερώνει τα ιστορικά όρια εντός και εκτός της Πιζάν: προφανώς δεν είχε την όρεξη να ανατρέψει τη μοναρχία, την Εκκλησία ή τη μεσαιωνική κοινωνική τάξη κι έτσι προσπαθεί να αποδείξει ότι οι γυναίκες αξίζουν σεβασμό και αναγνώριση μέσα στο ήδη υπάρχον κοινωνικό σύστημα – όπως πολλές φεμινίστριες σήμερα εντός του καπιταλισμού, της εκκλησίας και της κυβέρνησης.
Μάλλον η μεγαλύτερη δύναμη του Βιβλίου της Πολιτείας των Κυριών βρίσκεται στη βασική, γοητευτική του σύλληψη: η Πιζάν κατανοεί ότι οι γυναίκες χρειάζονται μια ιστορία, μια πλούσια αφήγηση ως όπλα για το οπλοστάσιό τους, έναν «τόπο» όπου μπορούν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους, χωρίς να υποβάλλονται σε ψυχικά και σωματικά βασανιστήρια. Χτίζει, επομένως, μια συμβολική πόλη όχι από πέτρες και ξύλα αλλά από μνήμες, βιογραφίες και παραδείγματα. Δημιουργεί έναν πνευματικό χώρο όπου οι γυναίκες παύουν να εμφανίζονται ως εξαιρέσεις μέσα στην ιστορία των ανδρών και αποκτούν τη δική τους συλλογική παράδοση.
“Can you understand? Someone, somewhere, can you understand me a little, love me a little? For all my despair, for all my ideals, for all that – I love life. But it is hard, and I have so much – so very much to learn.” — Sylvia Plath
Leave a Reply