“Ὑπαινιχθήκατε ὅτι εὐθυνόμουν γιά κάποιο ἀκατονόμαστο ἔγκλημα που διέπραξα καταστρέφοντάς σας. Γιά τό ὁποῖο ὅμως ἐσεῖς ἤδη καί μέ μεγαλοψυχία μέ εἴχατε ἤδη ἀθωώσει καταλαβαίνοντας ὅτι δέν μποροῦσαν νά ἔχουν γίνει ἀλλοιῶς τά πράγματα. Αὐτή ἦταν ἡ ἀγαπημένη σας φράση και μ’ αὐτήν πάντα κλείνατε τά λόγια σας καί μ’ αὐτήν ἀθωώνατε τούς πάντες καί προπαντός τόν ἑαυτό σας αθωώνατε γιά τήν πιό ἀπάνθρωπη πράξη σας. Αν εἶστε ἐσεῖς ἱκανός γιά ἀπάνθρωπες πράξεις γιατί ἀσφαλῶς δέν εἶστε. Ἔτσι ἀπαλλάξατε κι ἐμένα πώς δέν ἦταν δυνατό ἐγώ νά ἤμουν αὐτή πού προκάλεσε τήν καταστροφή σας. Αλλά ὅτι ἐγώ ἁπλῶς συνόψιζα. Αὐτήν τήν λέξη χρησιμοποιήσατε συνόψιζα. Πόσο κωμικές μου φαίνονταν πάντα οἱ ἐκλεκτές σας λέξεις. Συνόψιζα εἴπατε ὅλους σας τούς θανάτους κι ὅτι ἐγώ. Ἡ σχέση σας μαζί μου ἐπανελάμβανε ὅλους τους προηγουμένους θανάτους σας καί ἦταν σάν ἐγώ νά τούς εἶχα συγκεντρώσει καί νά σᾶς εἶχα καταφέρει το καίριο χτύπημα. Omnia vulnerant ultimum necat. Καί φυσικά δέν θά μποροῦσαν νά ἔχουν γίνει διαφορετικά τά πράγματα. Αλλά για ποιά πράγματα γιά ποιά σχέση μιλᾶτε. Ἀφοῦ ἐγώ δέν ἔχω καί ποτέ δέν εἶχα καμμία σχέση μέ σᾶς”
Ανάμεσα στην πεζογραφία και την ποίηση, στις μεγάλες σοφίες και τις πάμπολλες ποιητικές διαδρομές του θεάτρου της αρχαίας τραγωδίας, ο Χ. πλουτίζει τον περίεργο μύθο του νεκρού αγαπημένου δίδυμου αδερφού και παρασύρει τον αναγνώστη σε μια καλειδοσκοπική αφήγηση όλο εκρήξεις και εκπλήξεις.
Από τη μια η δίδυμη Κυβέλη, ο ήρωας αδελφός της Λάιος, Κωνσταντής και Γιώργος και η εκπληκτική ερωμένη Ελένη Ξένου. Τα ονόματά έχουν το δικό τους ελληνικό ταξίδι, σαν αυτό της Ευρυδίκης, κι άλλων τόσων ρόλων τραγικότητας, θανάτου.
Οι μονόλογοι σα μπαλάντα, της μυστήριας Ελένης Ξένου καταφθάνουν ανάμεσα τη Sarah Kein και το τραγικό προσωπείο, γενναιόδωρα επιτρέπει μια ομιχλώδη διάρκεια, που μόνο στο σανίδι θα εκπληρωνόταν. Ο Χ. δεν φαίνεται να εμπιστεύεται ιδιαίτερα τις εξηγήσεις, σαν να προτείνεται ότι υπάρχουν αλήθειες που μόλις τις φωτίσεις υπερβολικά, πεθαίνουν, κι έτσι χτίζει το ποίημα – έπος όπου αφήνει τις εικόνες να προηγηθούν της σκέψης και τον ρυθμό να προηγηθεί του νοήματος. Είναι ένας άλλος κόσμος που εξυμνεί το συναίσθημα και ειρωνεύεται διανοήσεις, εάν και όλα τα διακειμενικά στοιχεία προσδίδουν τα ίχνη μιας επιστροφής ως σοφό επιμυθιο από τον σκληρό κόσμο των άλλων.





































Leave a Reply