Η κυρία Προυστ έπιανε σκόνη στη βιβλιοθήκη μου καιρό τώρα. Τον Μάιο που σκάναρα με το βλέμμα τα αδιάβαστα κι ενώ έψαχνα βιβλία που να αφορούν τη σχέση μητέρα -παιδί, σκέφτηκα πως ήρθε η ώρα να αντιμετωπίσω την άγνωστη Προυστ στο παλιό οικογενειακό σπίτι της λεωφόρου Μαλζερμπ και να διαβάσω για εκείνα τα αόρατα συγγενικά νήματα.
Κακώς το είχα δει τόσο αυστηρά – είναι μια καλογραμμένη και σε πολλά σημεία απολαυστική βιογραφία, κι εάν προσπεράσει κανείς τα αυστηρά τυπικά διαβάζεται με ευκολία και ροή. Αφορά μια γυναίκα που έζησε σε μεγάλο βαθμό στη σκιά των ανδρών της οικογένειάς της κι έτσι η ηρεμία διπλασιάζεται (υπάρχει διπλή ηρεμία;) όταν η συγγραφέας καταφέρνει να ζωντανέψει τη Ζαν και να την παρουσιάσει εκτός από «μητέρα του Μαρσέλ Προυστ» κι ως μια ευφυή και καθοριστική γυναικεία μορφή.
Το βιβλίο παρακολουθεί τη ζωή της από τις εβραϊκές της ρίζες και την κλασική της παιδεία μέχρι τον γάμο της με τον καθολικό γιατρό Αντριέν Προυστ και τη γέννηση των δύο γιων της, Ρομπέρ και Μαρσέλ -επίσης δεν περίμενα πως θα συναντούσα τόσες πολλές και αναλυτικές πληροφορίες για την ιστορία των εβραίων της Γαλλίας- η εικόνα που φιλοτεχνείται για την οικογένεια Βέιλ αφορά μια εύπορη εβραϊκή οικογένεια που αγωνίστηκε επί γενιές για να ενσωματωθεί στη γαλλική κοινωνία – σε αυτό το πλαίσιο φωτίζεται η ιστορία του Προυστ εντός ενός κοινωνικού και πολιτισμικού τοπίου της Γαλλίας του 19ου αιώνα: η υψηλή αστική τάξη, η κουλτούρα των λουτροπόλεων, η ενσωμάτωση των Εβραίων στη Γαλλία μαζί με τα «όριά» της, η Υπόθεση Ντρέιφους και τα ρήγματα που προκλήθηκαν στην οικογένεια Προυστ (η Ζαν και ο Μαρσέλ υπερασπίστηκαν την αθωότητα του Ντρέιφους, ενώ πατέρας τον θεωρούσε προδότη) κι έτσι σχηματίζεται το οικογενειακό περίτεχνο μωσαϊκό. Με άλλα λόγια, βιογραφία, λογοτεχνική ιστορία, οικογενειακή (αλλά και συστημική) ψυχολογία, ως κοινωνική τοιχογραφία.
Ο αναγνώστης υποθέτει από την αρχή πως η παρουσία της Ζαν διαπερνά ολόκληρο το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, ήδη από τη εναρκτήρια σκηνή με το φιλί της καληνύχτας, όπου ο μικρός Μαρσέλ περιμένει ανυπόμονα τη μητέρα του να ανέβει στο παιδικό δωμάτιό, αλλά και οι διάσημες μαντλέν ,το ταξίδι στη Βενετία, αλλά και αυτό που σε αυτή τη βιογραφία τονίζεται περισσότερο και είναι μάλλον το πιο ζεστό αλλά και δύσκολο σημείο : η απώλεια της γιαγιάς- το σημείο που ο αφηγητής σημειώνει ότι η μητέρα του μεγαλώνει περισσότερο και μοιάζει με τη μητέρα της με την πάροδο του χρόνου. Φαίνεται πως ο χρόνος μέσα από τη μητέρα είναι το πιο σπαρακτικό και βαθύ σημείο αναφοράς της συναισθηματικής ζωής του Προυστ, η δύναμη μέσα στις λέξεις που πλαισιώνουν το οικογενειακό σπίτι σε όλο το μακρύ ταξίδι που διανύει η αρχιτεκτονική, οι τοίχοι και τα δωμάτια.
Η σχέση με τη μητέρα εμπεριέχει έναν Μαρσέλ που αναζητούσε ανεξαρτησία και παιδικότητα – ως παιδί που «καταλάθος παντοδύναμο» ορίζει τις ζωές των ενηλίκων. Η Ζαν επίσης ήθελε να προστατεύει μέσα από την εγγύτητα, αλλά και να καμαρώνει μέσα στις ασφυκτικές νόρμες του Παρισού σχετικά με ένα συγκεκριμένο προφίλ «μητέρα των γιών».
Ακολούθησε και περίπλοκο τσίμπημα ψυχής στις μεταφράσεις του John Ruskin όπου συνεργάστηκαν. Η Ζαν έκανε τη μετάφραση από Αγγλικά σε Γαλλικά και ο Μαρσέλ έδωσε το στυλ του. Αυτό το οικογενειακό ζήτημα όπου τα πνεύματα αλληλοδιαπλέκονται σε κάνει να αναρωτιέσαι για την ιστορία του αφηγήματος του πνευματικού ανθρώπου.
Όλα λεπτομέρειες, μέχρι που ο αναγνώστης θα συναντήσει τον κλονισμό της υγείας της Ζαν και όλα αυτά που ήταν για εκείνον και συμβολίζει για εμάς: καταφύγιο, πληγή, έμπνευση και ως το υποκείμενο που στο κέντρο του ορίζει τη σύγκρισή για όλες τις άλλες αγάπες που θα συναντήσουμε.
“Κρατώντας στο χέρι το ομπρελίνο της μητέρας της, την είδα από το παράθυρο να προχωρά μαυροντυμένη, με βήματα δειλά, ευλαβικά, πάνω στην άμμο που τα αγαπημένα πόδια είχαν πατήσει πριν από κείνη, και σου έδινε την εντύπωση πως πήγαινε να αναζητήσει μια νεκρή που θα την έφερναν πίσω τα κύματα.
Στο Καμπούρ, η Ζαν κατεβαίνει καθημερινά να καθίσει στην παραλία, όπως έκανε παλιά η μητέρα της, και να διαβάσει τα δύο αγαπημένα βιβλία της, τα Απομνημονεύματα της κυρίας ντε Ρεμυζά και τις Επιστολές της κυρίας ντε Σεβινιέ. Είναι βυθισμένη στη θλίψη της, ζει με τη σκιά της μητέρας της και δεν βγαίνει από την ονειροπόλησή της παρά μόνο για να απαιτήσει από τον γιο της να κάνει λίγο περίπατο. Αυτή η διαμονή στο Καμπούρ, που ήρθε πολύ σύντομα μετά το θάνατο στη Αντέλ, άφησε μια πικρή ανάμνηση.
Οι αυστηροί κανόνες του πένθους τονίζουν την οδύνη της απώλειας, την οργανώνουν, τη δικαιολογούν και σημαδεύουν την προοδευτική ελάφρυνσή της. Ύστερα από τους εννέα μήνες με τα κρέπια, στη διάρκεια των οποίων επιτρέπονται μόνο τα μάλλινα υφάσματα σε μαύρο ματ χρώμα, ακολουθούν έξι μήνες με μαύρα μεταξωτά κι έπειτα το τρίμηνο του μισού πένθους, οπότε επιτρέπονται τα βελούδινα και τα ματ ή γυαλιστερά μεταξωτά σε όλους τους τόνους από το γκρι μέχρι το μενεξεδί. Η Ζαν πάντως θα φοράει από τότε συνεχώς μαύρα. Η σκούρα σιλουέτα της ξεχωρίζει ανάμεσα στις ανοιχτόχρωμες τουαλέτες των κομψών κυριών στην Τρουβίλ, που δεν διστάζουν να αλλάζουν φόρεμα πέντε με έξι φορές την ημέρα. Η Τρουβίλ έχει μετατραπεί «σε βουλεβάρτο ντεζ Ιταλιέν των νορμανδικών παραλιών μας», όπου συνωθείται «η υψηλή αριστοκρατία των παριζιάνων κολυμβητών».”





































Leave a Reply