Αυτό σημαίνει πως το διάβασμα σε αλλάζει: η λογοτεχνία ακροβατεί ανάμεσα σε άλλους κόσμους και σε τοποθετεί μέσα σε άλλες ζωές. Ας πούμε πως οι «εχθροί» και οι «φίλοι» τοποθετούνται γρήγορα μέσα μας⋅ ευτυχώς υπάρχουν πολλοί τρόποι να τους αμφισβητήσει κανείς (εκπαίδευση, ταξίδια, κουζίνες, φωτογραφία, ταινίες, αρχιτεκτονική, έρωτας, φιλία) – η λογοτεχνία θα ‘ναι πάντα ο αγαπημένος μου. Απέραντη, διακριτική, αιμοβόρα. Ποτέ δεν μπορείς να την προβλέψεις. Μάλιστα, το κλισέ πως τα κλασικά βιβλία είναι βαριά, δύσκολα, ακατανόητα και βαρετά πρέπει να φτιάχτηκε από ιδιαίτερα δυστυχισμένους μοναχικούς ελιτιστές της κακιάς ώρας, διότι ίσως και να ‘ναι ακριβώς το αντίθετο: πανανθρώπινα, συγκλονιστικά και βάναυσα με τον καλύτερο τρόπο.
Στην περίπτωση των Αστεριών του Σίντι Μουμέν βρέθηκα προβληματισμένη και μαγκωμένη διότι πρόκειται για δύσκολο έργο και επίσης δύσκολο είναι να σχολιαστεί. Ο Mahi Binebine έγραψε μια νουβέλα που προσεγγίζει ένα σκοτεινό ζήτημα που δεν χωράει εύκολες απαντήσεις – τα Αστέρια του βασίστηκαν στις τρομοκρατικές επιθέσεις της Καζαμπλάνκα το 2003, ωστόσο η ιστορία δεν ενδιαφέρεται τόσο για το ίδιο το γεγονός όσο για τη διαδρομή που οδηγεί σε αυτό.
Ο Binebine μάς στρέφει το βλέμμα στα παιδιά μιας παραγκούπολης χτισμένης δίπλα στη χωματερή. Σε νέους ανθρώπους που μεγαλώνουν μέσα στη φτώχεια, τη βία και την απουσία προοπτικής. Οι ήρωές δεν παρουσιάζονται ως σύμβολα ή ως φορείς μιας πολιτικής θέσης, αλλά είναι παιδιά που παίζουν ποδόσφαιρο, κάνουν όνειρα και διψούν για αποδοχή, διψούν για το «ανήκειν». Μέσα από αυτή την ανθρώπινη διάσταση, η οποία ως ένα βαθμό μάς είναι γνώριμη, ο Binebine φωτίζει τους μηχανισμούς της ριζοσπαστικοποίησης, δείχνοντας πώς η απελπισία μπορεί να μετατραπεί σε εύφορο έδαφος για τον φανατισμό.
Σκέφτομαι πως είναι μεγάλη φιλοδοξία να ξεκινήσει ένα βιβλίο με θάνατο. Θα χρειαστεί να δουλέψει ο φιλόδοξος με την πένα, ώστε να αποκαλύψει στον αναγνώστη γιατί η εισαγωγή του ήταν όντως συγκινητική, η εισαγωγή που ο αναγνώστης ήδη έχει διαβάσει με στεγνά μάτια. Θα χρειαστεί να κοπιάσει πολύ, εξηγώντας γιατί ο συγκεκριμένος θάνατος ήταν όντως φριχτός – κάτι δύσκολο μπροστά στο μεγαλείο του αποχαυνωμένου ανθρώπινου βλέμματος, το οποίο ενώ χωράει τρομερές ευαισθησίες, εμπεριέχει και φοβερές κυνικότητες.
Το ομιλόν φάντασμα ούτε με απομάκρυνε, ούτε με έφερε πιο κοντά. Η συγκίνηση κρυβόταν στην παιδική φωνή που επιμένει να μιλάει για τερματοφύλακες, κόκα κόλα, ομόφυλο έρωτα, κηδείες, μαμάδες, πρίγκιπες καλών δουλειών, μυστικά, ντροπή και Θεό. Σε κάνει να στέκεσαι μπροστά στις στιγμές, σκεπτόμενη πως πρόκειται για κάτι πολύτιμο και εύθραυστο.
Υπήρχε ένα σημείο – μια χρονική αναγνωστική περίοδος – που δεν ένιωθα και τόσο καλά στο πεδίο της σκέψης. Με έπιασε να ζυγίζω εάν διαβάζω μια καλοσυνάτη παιδική φωνή που δεν είχε καμία επιλογή ή ένα προσεκτικό κατασκεύασμα με το οποίο μπορεί να νιώσει συμπόνοια ο άνθρωπος της Δύσης. Όλο λέω πως τα βιβλία είναι γέφυρες, και αυτό γέφυρα είναι, όμως μήπως η Ευρώπη & ΣΙΑ δεν θα χώνευε μια πιο «αυθεντική» τζιχαντιστική ματιά, ένα πιο αυθεντικό μανιφέστο; Λάθος η σκέψη να φλερτάρεις με το «πώς θα το έκανες» και το απέφυγα, ωστόσο ένιωσα πως ο φανατισμός που οδηγεί κάποιον διαμελισμένο στον ζεστό αέρα, σάρκα, αίμα, κόκαλα, θα ήταν καλά μπολιασμένος με μια ανά στιγμές απόλυτη, μονότονη, κυριαρχική, δομική σκέψη εξουσίας. Δύσκολη συζήτηση η τρομοκρατία. Όταν το φάντασμα επέμενε να ακούγεται μετανιωμένο ή όταν το παιδί κοιτούσε τους μελλοντικούς νεκρούς με συμπόνοια, σκεφτόμουν πού είναι το συσσωρευμένο μίσος για την κοινωνία και ο μηδενισμός; Πού είναι το Κοράνι, πού είναι και ο Αλλάχ;
Χαίρομαι που το βιβλίο υπάρχει, χαίρομαι που το διάβασα – εάν θέλετε αναζητήστε το, ελπίζω να σας ζορίσει όπως ζόρισε κι εμένα. Για όλα τα υπόλοιπα, λυπάμαι. Για όλα όμως.
Μικρή αναφορά για όσους δεν ξέρουν σε τι αναφέρονται τα Αστέρια: Στις 16 Μαΐου του 2003, στην Καζαμπλάνκα, στο Μαρόκο, μία σειρά από βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας άφησαν πίσω τους 33 νεκρούς πολίτες μαζί με τους 12 τρομοκράτες. Οι βομβιστές αυτοκτονίας είχαν ένα κοινό: προέρχονταν από μία περιοχή της πόλης που κυριαρχούνταν από την ανεργία, την φτώχεια και γενικότερα από την έλλειψη οποιασδήποτε προοπτικής για το μέλλον.





































Leave a Reply