«η αυτοκτονία είναι ένα τέλος. Μήπως το θεώρησες αρχή;»
Τέλεια. Δεν φτάνει που ‘χω στο μυαλό μου τόσες ανούσιες πληροφορίες για τόσους ανθρώπους που πια δεν συσχετιζόμαστε με κανέναν τρόπο -πού περνούσαν τα καλοκαίρια τους ως παιδιά, τι αλλεργίες έχουν και τι γκριμάτσες κάνουν όταν ακούν κάτι εξωφρενικό-, τώρα έχω άλλες τόσες ανούσιες πληροφορίες για έναν άνθρωπο που ίσως ήταν παιδικός φίλος του Λεβέ, ίσως ήταν ο ίδιος ο Λεβέ, ή ίσως δεν υπήρξε ποτέ.
Ξέρω πως «Σπανίως είχες άδικο αφού μιλούσες λίγο» και «Καμία φορά, στη διάρκεια της εβδομάδας, είχες την εντύπωση πως είναι Κυριακή».
Η ανάγνωση της Αυτοχειρίας είναι αδύνατο να αποσυνδεθεί από τη βιογραφία του ίδιου του συγγραφέα, καθώς λίγες ημέρες αφότου παρέδωσε το χειρόγραφο στον εκδότη του, ο Λεβέ έβαλε τέλος στη ζωή του. Το γεγονός αυτό λειτουργεί σαν ένα σκοτεινό φακό, όμως κατά μια άποψη το κείμενο αντιστέκεται στην ανάγνωση ως «σημείωμα αυτοκτονίας», καθώς ο αναγνώστης ενώ είναι τοποθετημένος σε αυτή τη δύσκολη θέση (φάσμα από ευαίσθητη μέχρι και κυνική), το κείμενο ούτε κραυγάζει, ούτε προσπαθεί να εξηγήσει, ούτε καν να διαπραγματευτεί.
«Δεν έχω ακούσει ούτε έναν άνθρωπο, μετά τον θάνατό σου, να αφηγείται τη ζωή σου ξεκινώντας από την αρχή. Η αυτοκτονία σου έχει γίνει η ιδρυτική πράξη.»
Πράγματι, η αυτοκτονία του συγγραφέα αλλά και του φίλου έγινε η ιδρυτική πράξη των άλλων αφηγήσεων για εκείνον.
Ο Λεβέ δίνει αυτό που είχε υποσχεθεί: θραύσματα μνημών. Στέκεται απέναντι στον φίλο, φιλοσοφικά και ήρεμα, γαλήνια, ανοιχτά, κατανοητικά: σκέφτεται πως ο φίλος απέρριψε την ψευδαίσθηση των άλλων πως θα προλάβουν να γευτούν όλους τους καρπούς του κόσμου – εντάξει όχι όλους, αλλά το να μένεις ζωντανός, το να θες κι άλλη ζωή, επιτρέπει την «υγιή» ενόρμηση του αιφνίδιου, του ευτυχούς ξαφνιάσματος, του «τι άλλο θα ζήσει κανείς»; Σε αυτό το απρόσμενο, ο φίλος γυρνάει την πλάτη κι έτσι ο Λεβέ φτιάχνει έναν ψύχραιμο, ερωτικού εγκωμίου θρήνο.
Η δευτεροπρόσωπη αφήγηση αποτελεί ένα από τα πιο ανατριχιαστικά του επιτεύγματα. Το «εσύ» στο οποίο απευθύνεται, είναι ταυτόχρονα ο νεκρός φίλος, ο αναγνώστης αλλά και ο εαυτός του. Όσο προχωρά η ανάγνωση, η διάκριση ανάμεσα στα πρόσωπα γίνεται ολοένα πιο ασαφής. Ο φίλος μοιάζει να μετατρέπεται σε ένα διαιρεμένο εγώ, σε μια προβολή του ίδιου του Λεβέ, που επιχειρεί να παρατηρήσει τον εαυτό του από απόσταση. Το αποτέλεσμα είναι ένα κείμενο στοιχειωμένο από την αίσθηση της διάσπασης: ένας εαυτός έχει ήδη περάσει στην «άγνωστη χώρα του θανάτου», ενώ ένας άλλος παραμένει πίσω για να ολοκληρώσει την αφήγηση – τόσο μακριά, τόσο κοντά.
Ο Λεβέ ενδιαφέρεται λιγότερο για το γιατί αυτοκτονεί κάποιος και περισσότερο για το πώς μια αυτοκτονία αναδιαμορφώνει τη μνήμη όσων μένουν πίσω. Για τα σύμβολα των αφηγήσεών μας. Ο φίλος είχε γενέθλια 25/12. Στα 25, αιφνίδια αυτοκτόνησε. Η Αυτοχειρία αποτυπώνει την αδυναμία μας να γνωρίσουμε πραγματικά έναν άνθρωπο, ακόμη κι όταν τον αγαπάμε, ακόμα κι όταν τον έχουμε φωτογραφίσει ασπρόμαυρα με το μπλε πουλόβερ του να φυσάει τα κεράκια στη γενέθλια τούρτα, ακόμα κι εάν ξέρουμε πόσα ζευγάρια μαύρα παπούτσια έχει. Ο αφηγητής παραδέχεται διαρκώς ότι δεν κατανοεί τον φίλο του. Ο νεκρός παραμένει αίνιγμα. Η αυτοκτονία δεν αποκαλύπτει ένα κρυφό νόημα· απλώς κάνει πιο ορατό το κενό που υπήρχε πάντοτε. Ταυτόχρονα, αυτό το κενό δεν «σπάει» τον Λεβέ, δεν υπάρχει σπαραγμός, κι εάν υπάρχει μένει αόρατος. Λέει πως ξέρει πως τον απασχολούσε το τι προκαλούσε στους άλλους και αναρωτιέται εάν πριν την πράξη του σκέφτηκε τους γονείς του και τη γυναίκα του. Για λίγο η αφήγησή του γίνεται γέφυρα από το τίποτα, στο πουθενά.
Η ροή εναλλάσσεται ανάμεσα στις σκέψεις του φίλου και σε στιγμές από τη ζωή του: το ταξίδι του στην παλιά πόλη, το τρέξιμο στο κρύο, το κολύμπι, ένα απόγευμα περιπλάνησης. Αυτές οι γνωστές – άγνωστες αφηγήσεις έχουν μια ονειρική ποιότητα που απωθούν η μία την άλλη και αρνούνται να συνδεθούν και να δομήσουν μια αφήγηση με στόχο. Ίσως γι’ αυτό το έργο να απογοητεύσει κάποιους, μιας και η έλλειψη στόχου, η απουσία κάθαρσης ή νοήματος δεν καθησυχάζει. Περίεργο όμως δεν θα ήταν να ζητούσαμε από τον μελλοντικό αυτόχειρα να μας φροντίσει σχετικά με την «απουσία νοήματος» της πράξης του; Λέει πως δεν τον καταλαβαίνει, αλλά όπως φαίνεται τον καταλάβαινε με τον τρόπο του, εξού και το μαγνητικό των λέξεων του. Ίσως απλά λυπάται που αυτό το «σε καταλαβαίνω» είναι τόσο περιορισμένο: σύντομο και πολλές φορές ούτε αφαιρεί, αλλά ούτε και προσθέτει.
Μπορεί για κάποιες στιγμές να φαίνεται πως η Αυτοκτονία είναι το πορτρέτο ενός νέου άνδρα και της τελικής του πράξης, αλλά καταλήγει ως η ευαίσθητη αναπαράσταση ενός νου που περιστρέφεται αδιάκοπα γύρω από κάτι αδύνατο να συστηθεί, πόσο μάλλον να κατανοηθεί. Πράγματι, συνδεόμαστε μέσα από τα «θραύσματα» αλλά ποτέ ολοκληρωτικά. Μεγαλώνοντας ελπίζουμε μόνο σε συναντήσεις.
Αυτό που υπάρχει αντί σπαραγμού, είναι αυτό το ψύχραιμο αίσθημα του «ψυχρού» αφηγητή, ο οποίος με όλες τις κεντητές – λεπτές μνήμες παραδέχεται σιωπηλά πως καθ’ όλου ψυχρός δεν είναι. Αυτές οι μνήμες και οι υποθέσεις, αυτό που «χάσκει» αντί να «γεμίζει» είναι μάλλον ένας αφηγηματικός χώρος τόσο μεγάλος που χωράει και τον άγνωστο αναγνώστη. Ο Λεβέ συγκινεί μέσω της ακρίβειας, καθώς κάθε φράση που περιγράφει τα γεγονότα μοιάζει να έχει απογυμνωθεί από κάθε αφηγηματικό αποτύπωμα, διαγράφοντας τις πινελιές, κι αφήνοντας μόνο τον σκελετό της εμπειρίας. Διαβάζεται σαν ένα γράμμα προς έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να απαντήσει, αλλά και σαν μια προσπάθεια να δοθεί μορφή σε κάτι που αντιστέκεται σε κάθε μορφή. Γράμμα στον νεκρό, γράμμα στον μακρινό ζωντανό, γράμμα στον εαυτό, γράμμα στη μνήμη, γράμμα στο κενό.
Ο αυτοπυροβολισμός των πρώτων σελίδων παραπέμπει στο αφηγηματικό σύνθημα εκκίνησης: ο Λεβέ πρέπει να προλάβει να πει αυτά που θέλει χωρίς να τηρεί καμία σειρά, καμία ακολουθία, χρονική, λογική, αξιολογική ή άλλη. Νιώθω πως το ταλέντο του είναι στον αυτόματο πιλότο, άλλη μια απόδειξη πως όσα κείμενα και να γραφτούν, όσο και να τα πούμε και να τα συμφωνήσουμε, ποτέ δεν θα μπορούσαμε όντως να ξέρουμε.
Τέλος πάντων- αυτά δεν έχουν σημασία, τέτοια κείμενα δεν αξιολογούνται, αλλά εμείς οι ζωντανοί τα πάντα αξιολογούμε. Ο Λεβέ, μας έκανε το ανά χείρας δώρο και αμέσως μετά αναχώρησε.
Λέει: «ήσουν και θα παραμείνεις μία δέσμη πιθανοτήτων»





































Leave a Reply