Με το σαπφικό όνειρο των Γκεριλλών η Βιττίγκ ξαναγράφει τη μυθολογία του κόσμου. Μέσα από ένα τελετουργικό αποτινάζεται η γλώσσα που επί αιώνες οργάνωνε τον κόσμο και γύρω από τα απομεινάρια του υψώνονται επαναστατικοί γλωσσικοί ψαλμοί.
Οι γυναίκες της Βιττίγκ θυμίζουν συλλογικές μορφές γενεαλογίας, ένα χορωδιακό «Αυτές» που κινείται μέσα στον χρόνο σαν αρχαίο σώμα μνήμης. Συχνά μοιάζουν με ιέρειες που βαδίζουν ανάμεσα σε ερειπωμένους ναούς, άλλοτε μεταμορφώνονται σε μάγισσες, σε αμαζόνες, σε πολεμίστριες κι άλλοτε εμφανίζονται σαν νεράιδες ή νύμφες, πλάσματα που ανήκουν ταυτόχρονα στη φύση και στον μύθο. Άλλες στιγμές εμφανίζονται ως παιδιά που περνούν την ημέρα τους κατασκευάζοντας μαγικά, συναρπαστικά παιχνίδια.
Οι Γκερίλλες γεννιούνται από πλήθος διακειμενικών αναφορών, συγκρατούν τον δικό τους λυρικά «βάρβαρο» κόσμο και επανερμηνεύουν αφηγήσεις διαμόρφωσης ταυτότητας και εσχατολογικών ιστοριών.
Η φύση στις Γκερίλλες είναι η ύλη μιας εναλλακτικής κοσμολογίας, όπου το τοπίο στολίζεται από μυρωδιές, λουλούδια, γρασίδι, καρπούς, σπόρους, μπουμπούκια, σα μυθικά θερμοκήπια, μέσα στα οποία καλλιεργούνται νέες μορφές ζωής μακριά από τα εξουσιαστικά βλέμματα, ενώ το γυναικείο σώμα εξυμνείται.
Ιδιαίτερα γοητευτική είναι η εμμονή της Βιττίγκ με τα αντικείμενα του γυναικείου πολιτισμού: υφάσματα, στολίδια, λουλούδια, ονόματα. Ό,τι η πατριαρχία θεώρησε κατώτερο ή άνευ αξίας διακοσμητικό, στην πένα της Βιττίγκ μετατρέπεται σε ζωογόνο υλικό μιας εναλλακτικής ιστορίας. Στον πυρήνα του βιβλίου βρίσκονται πρωταρχικές μορφές και σύμβολα: κύκλοι, αίμα, ονόματα, σώματα, τραγούδια, τα οποία διαρκώς χτίζονται και μεταμορφώνονται. Το περίφημο «Ο» που επανέρχεται στο κείμενο, σαν πληγή και σα πύλη, είναι αιδοίο, κύκλος, κοινότητα, επιστροφή του κόσμου στη μήτρα, με την ελπίδα μιας άλλης γέννας. Το σοφό «Ο» αρνείται τη γραμμική αφήγηση της προόδου κι επιμένει στην επική αφήγηση των Όλων, ενώ οι γυναίκες χορεύουν τους κυκλικούς χορούς τους.
Η Βιττίγκ ισορροπεί ανάμεσα στο υπνωτιστικά τρυφερό βουκολικό όνειρο και στη μάχη όλων των επιπέδων: γλωσσικών και θεσμικών. Αποδομεί την όποια «φυσικότητα» έχει καθιερώσει η πατριαρχία. O λόγος της υπογραμμίζει τη γυναικεία αλληλεγγύη, απομακρύνεται από τον διασκορπισμό του ατομικισμού, ενώ επανέρχεται στην αφήγηση του μετασχηματισμού: όποια θέλει έναν νέο κόσμο, φεμινιστικό, οικολογικό και κοινωνικά απελευθερωμένο, με μια αυτάρκη κοινωνία, ας παλέψει γι’ αυτόν.
«Αυτές ανακαλούν την ιστορία εκείνης που για καιρό κατοίκησε τον τόπο όπου διαβαίνουν οι καμήλες. Με το κεφάλι ξέσκεπο κάτω απ’ τον ήλιο, η Κλεμάνς Μαγέλ καλούσε αδιάκοπα την Αματεράσου, τη θεά του ήλιου, κόβοντας τα πλούσια μαλλιά της, σκύβοντας τρεις φορές στο χώμα, χτυπώντας το με τα χέρια και λέγοντας, χαίρε, μεγάλη Αματεράσου, στο όνομα της μητέρας μας, στο όνομα αυτών που θα ‘ρθουν. Ας έλθει η βασιλεία μας. Ας διαρραγεί αυτή η τάξη. Ας συντριβούν οι αγαθοί και οι μοχθηροί. Λένε πως η Κλεμάνς Μαγέλ συχνά σχεδίαζε στο χώμα το Ο, που είναι το σημείο της θεάς, το σύμβολο του αιδοιακού δακτύλιου.
Αυτές λένε ότι η καθεμιά τους μπορεί να επικαλεστεί άλλη θεότητα του ήλιου, τη Σιχουακοάτλ για παράδειγμα, που είναι και πολεμίστρια θεά. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν επ’ ευκαιρία θανάτου κάποιας από αυτές να καταφύγουν στο παλιό άσμα του πένθους που ‘ναι άσμα δοξαστικό. Τραγουδούν τότε όλες μαζί, κόρη δυνατή και πολεμόχαρη, κόρη μου αγαπημένη / κόρη γενναία και τρυφερή, μικρή μου περιστέρα, κυρά μου / κοπίασες κι εργάστηκες σαν γενναία κόρη / νίκησες, όπως η μητέρα σου η κυρά Σιχουακοάτλ / πολέμησες γενναία, έπιασες ξίφος και ασπίδα / σήκω, κόρη μου / σύρε σ’ εκείνον τον ωραίο τόπο που ‘ναι της μάνας σου, του ήλιου, σπίτι / όπου όλες ξεχειλίζουνε χαρά ικανοποίηση και ευτυχία.»





































Leave a Reply