Εντάξει, δεν είναι όντως exciting οι στιγμές, όμως.
Η πρώτη κριτική που συναντά κανείς σχεδόν σε κάθε αναφορά στο Exciting Times είναι ότι πρόκειται για «τη νέα Sally Rooney» την οποία δεν έχω διαβάσει, ωστόσο αναρωτιέμαι κατά πόσο αυτή η λογική μας επιτρέπει να γνωρίσουμε το στυλ της κάθε γυναίκας εάν τις στοιβάζουμε όλες όσες γράφουν για νέους ανθρώπους που παλεύουν με την ταξική τους θέση, τις σχέσεις, το σεξ, την επιθυμία και τη συναισθηματική αμηχανία. Τέλος πάντων, θα κρατήσω τις σκέψεις μου σχετικά για τη womanlandia, ωστόσο δεν μπορώ να μη γράψω πως υπάρχει κάτι περιοριστικό στον τρόπο με τον οποίο η κριτική υποδέχεται τις νέες γυναίκες συγγραφείς, σα να εισέρχονται στον λογοτεχνικό χώρο ήδη τοποθετημένες μέσα σε ένα στενό ερμηνευτικό πλαίσιο που προηγείται του ίδιου του έργου τους.
Πίσω στο Exciting Times: Η Άβα, μια νεαρή Ιρλανδή που διδάσκει αγγλικά στο Χονγκ Κονγκ, κινείται ανάμεσα στον Τζούλιαν, έναν προνομιούχο Βρετανό τραπεζίτη, και την Έντιθ, μια δικηγόρο από το Χονγκ Κονγκ. Η ιστορία μοιάζει εκ πρώτης όψεως με ερωτικό τρίγωνο, στην πραγματικότητα όμως το ενδιαφέρον της Dolan βρίσκεται αλλού: στην αμηχανία της ταξικής κινητικότητας, στην οικονομική εξάρτηση, στις επιτελέσεις του εαυτού και στον τρόπο με τον οποίο η επιθυμία διασταυρώνεται με το χρήμα και την κοινωνική θέση.
Η μεγαλύτερη δύναμη βρίσκεται στη φωνή της Άβα, ειδικά όταν αναλύει τη θέση της απέναντι στη διακριτική απάθεια των καιρών μας. Η αφήγησή της είναι σαρκαστική, αυτοϋπονομευτική και συχνά αστεία, ακόμη και όταν περιγράφει τη μοναξιά ή την ανασφάλειά της. Η Dolan αποτυπώνει με οξυδέρκεια εκείνη τη χαρακτηριστική κατάσταση της νεαρής ενηλικίωσης όπου κανείς δεν ξέρει ακριβώς τι θέλει, αλλά είναι βέβαιος ότι βρίσκεται στο λάθος μέρος. Ταυτόχρονα, η ηρωίδα της παραμένει συχνά συναισθηματικά δυσπρόσιτη, γεγονός που για κάποιους αναγνώστες θα αποτελέσει αρετή και για άλλους μειονέκτημα – το ενδιαφέρον της ανάλυσης για την απάθεια μπορεί να έχει ως σημείο εκκίνησης τον Τζούλιαν, αλλά επιστρέφει στον εαυτό της.
Το πιο αδύναμο σημείο είναι πως δεν πετυχαίνει πάντοτε το ίδιο καλά όλα όσα επιχειρεί όσον αφορά τις παρατηρήσεις για την αποικιοκρατία, τη φυλή και τη γλώσσα. Δεν φτάνει στο που υπόσχονται, κάτι που από τη μια ταιριάζει στις ηλικίες των πρωταγωνιστών, αλλά σε δεύτερο χρόνο θα μπορούσε να υπάρχει περισσότερη οικονομία για να διαφυλαχθεί η υπομονή του αναγνώστη. Not bad, not great.
«On the walk back he offered me a cigarette. I said I had enough problems without adopting his just for company. ‘Company for your other problems or company for me in my nicotine dependence?’ he said, and I said: ‘Get fucked,’ smiling to remind him this was Irish for warmth. I felt protective when he smoked. This made no sense when he was jeopardising my lifespan, but I supposed he was endangering his own even more. Sometimes I thought I’d outlive him by decades. I’d explain him then. Men wore suits at the time, I’d say. They earned more than women. In Ireland you got five years for rape, fourteen for aborting your rapist’s fetus, and a lifetime in the laundries for the fact of being raped, and there was a laundry still open when you were born. None of this was directly the fault of the men you fucked but it influenced how you went about fucking them, especially in Dublin where you might need to ask them for money.»
“Can you understand? Someone, somewhere, can you understand me a little, love me a little? For all my despair, for all my ideals, for all that – I love life. But it is hard, and I have so much – so very much to learn.” — Sylvia Plath
Leave a Reply