Γενέθλια παρέα με την ποίηση της Μυρσίνη Γκανά
«Τα πέρα μέρη» της Μ.Γ. είναι γεμάτα από τις ανατροπές που τη χαρακτηρίζουν: κάπου προς το τέλος, ένας μικρός στίχος αποκαλύπτει την πρόθεσή της. Θεματικά κινείται σε διαφορετικές εποχές εντός της και γι’ αυτό ως συλλογή είναι τόσο χορταστική, διότι είναι γεμάτη από ταξίδια που από πράξεις ξέρουν μόνο πρόσθεση – ταξίδια δοσμένα με τρυφερότητα προς τη φρεσκάδα του ταξιδιώτη, όταν δεν ήξερε τι θα συναντήσει.
Το σημείο εκκίνησης θυμίζει την ξεγνοιασιά που επιτρέπει στον άνθρωπο να επηρεάζεται από τα πάντα, να συγκινείται από τη φύση με όλα τα άναρχα, αθώα, πράσινα, τρυφερά της αλλά και τα αγκάθια, ενώ αντιμετωπίζει τον κόσμο και τους άλλους με περιέργεια. Άλλες εποχές, άλλες μεταμορφώσεις, φέρνουν πιο ώριμες και νοσταλγικές πραγματικότητες, ενώ ταυτόχρονα φαίνεται να χτίζεται μια ιδεολογική ταυτότητα του έρωτα.
«Τα πέρα μέρη» είναι η συλλογή της Μ.Γ. που με αγγίζει περισσότερο μιας και τη χαρακτηρίζει αυτή η έξυπνη οικονομία που σε συνδυασμό με την απλότητα δεν μπορεί να κρύψει την εσωτερική διεργασία της. Τη διακρίνει η αυθόρμητη ανοιχτοσύνη και το ενστικτώδες «ναι» προς κάθε ζωηρή ενόρμηση, ενώ μέσα από τις αλλαγές της συνομιλεί με την αντίπερα όχθη, της βαθύτερης γνώσης. Η μεταμόρφωση δεν φέρνει πικρία, μόνο στοχαστικότητα, χωρίς να χάνεται ο σεβασμός προς την καλοσύνη του στίχου του πρώτου μέρους.
—
Στη συλλογή της Μ.Γ. «Εγώ έχω κι άλλα πράγματα που αγαπώ» η ποιήτρια σχημαρίζει μια συνομιλία ανάμεσα στο ποίημα και σε ένα χαϊκού, δημιουργώντας εξαρχής μια ενδιαφέρουσα συμμετρία στη γεωγραφία της σελίδας. Μάλιστα, το παραπάνω είναι γοητευτικό και απρόσμενο διότι το χαϊκού δεν είναι απαραίτητα η κατάφαση του ποιήματος στο οποίο «απαντά»: κάποιες φορές το αγκαλιάζει, άλλες καταθέτει ένα κοφτό συμπέρασμα, ενώ άλλες φαίνεται σα να το ειρωνεύεται κομψά, με τον ίδιο τρόπο που μερικές φορές σχολιάζουν τα παιδιά τους μεγάλους, όταν δεν περιμένουν απάντηση και ο μοναδικός τους στόχος είναι να αποκαλύψουν μια υποκρισία μας.
Η Μ.Γ. μοιάζει στον εαυτό της και διατηρεί τις αρετές της προηγούμενης συλλογής της. Δεν έχει διάθεση να δώσει μαθήματα γλωσσολογίας, να κουράσει, ή να αποδείξει οτιδήποτε – μάλλον γιατί έχει κι άλλα πράγματα που αγαπά. Σε αυτή την ποιητική συγκέντρωση μελετά το σώμα, τη σεξουαλικότητα, τον έρωτα, το πάθος και όλες τις στάσεις ενός τέτοιου ταξιδιού – αναπάντεχα ευχάριστα, αναπάντεχα σκληρά. Η βουτιά της Μ.Γ. γίνεται πάλι χωρίς ανάσα κι εάν η συλλογή γινόταν ταινία θα περίμενα η εισαγωγική σκηνή να είναι οι γυμνοί εραστές που συζητούν, θαυμάζονται, πειράζονται, κάποιες φορές παρεξηγούνται, τρώνε στο κρεβάτι κι αποκοιμιούνται αθώα, μέσα στο «προσωπικό τους λεξιλόγιο», το οποίο ξέρουμε πως είναι η απέραντη παιδική χαρά και το απέραντο νεκροταφείο.
“Ό, τι σου ζήτησα παιδί,
Θεέ,
δεν το ‘κανες.
Τότε φοβόμουν ότι έφταιγα.
Τώρα ξέρω: δεν μπορείς.
Ανοίγω το βήμα μου
τις Κυριακές
όταν περνάω μπροστά
από τους τρούλους σου,
να μη με δεις
που το ψωμάκι
το επιούσιο
το βρίσκω
σε άλλο φούρνο.”





































Leave a Reply