Πολύ φιλόδοξες οι παρομοιώσεις της Γέλινεκ, οι οποίες πράγματι άνοιξαν έναν κόσμο ανάμεσα στην παιδική φαντασία και το θορυβώδες σκοτάδι, ενώ σε άλλα σημεία έμενε απόμακρη, κλινική και αποστειρωμένη, καθρεφτίζοντας την ιδιοσυγκρασία της Έρικας.
Ενώ σε σημεία ένιωθα μια απελπισία σχετικά με αναίτια δαιδαλώδη μικροπράγματα που δεν είναι παρά επαναλήψεις ώστε να εδραιωθεί όλο και πιο σταθερά το δύσκολο οικοδόμημα της Έρικας, μάλλον η ανταμοιβή έρχεται, περισσότερο διανοητικά, μιας και όσο, κατ’ εμέ, στερείται συναισθηματικές απολαύσεις, τόσο το διακατέχουν διανοητικές αρετές και περίπλοκες, ευχάριστα αφόρητες, ηθικές υποθέσεις. Οι χαρακτήρες δεν στοχεύουν στη συμπάθεια του αναγνώστη, περισσότερο θέλουν να τον αναγκάσουν να διερευνήσει τα κίνητρα των ηρώων και να τον στριμώξουν σε φροϋδικές επιμονές ερωτικής κατάδυσης.
Μετά το αριστούργημα του Χάνεκε δεν χρειάζονται συστάσεις, αλλά γιατί όχι; Η Έρικα Κόχουτ, καθηγήτρια πιάνου στο Ωδείο της Βιέννης, περίπου σαράντα ετών, ζει με τη μητέρα της, και όχι απλά «ζει» αλλά βρίσκεται εντός μιας ασφυκτικής σχέσης ελέγχου γονιού-παιδιού. Η Γέλινεκ δεν κουράζεται να επισκέπτεται κάθε μικρή πράξη μιας ζωής αφιερωμένης στην καταστολή. Υπονοείται πως η επιθυμία της (χέρια που δεν πρέπει να μπουν στο βάζο με την μαρμελάδα), έχει μείνει για τόσα χρόνια φυλακισμένη που όταν τελικά εκφράζεται, μοιάζει παραμορφωμένη, σακατεμένη, αμήχανη, ντροπαλή, χυδαία, ακατανόητη. Ηδονοβλεψία, αυτοτραυματισμοί, σαδομαζοχιστικές φαντασιώσεις και μηχανισμοί κυριαρχίας, που «περιμένουν» να συναντήσουν τον μαθητή Κλέμμερ. Η επιμονή του Κλέμμερ να γνωρίσει καλύτερα τη δασκάλα του πιάνου, δίνει γόνιμο έδαφος κι η Έρικα επιτέλους αποκαλύπτει το δικό της περίεργο φάσμα, όπου η απονέκρωση με την οποία αρχικά μας συστήθηκε ήταν πολύ μακριά από την άγνωστη κρυφή της πραγματικότητα. Σωστά. Η Έρικα βαρέθηκε τη μονότονη εισβολή της μαμάς, θα ήθελε να την κυριαρχήσει κάποιος άλλος. Σε σημεία φαίνεται ως ένα πολύ φιλοσοφημένο πορνογράφημα, στενάχωρο, με πολλές φεμινιστικές απολήξεις, με σκέψεις που άλλοτε εξερευνούν τη βία από τον ναζισμό μέχρι και την οικογένεια, ενώ ταυτόχρονα ανοίγεται ένα γλωσσολογικό σύμπαν των φύλων και (πάλι) της βίας.





































Leave a Reply