Πράγματι, τα φιλιά τα ‘χουν δυσκολέψει, προσυπογράφω, άρα όταν αποφασίστηκε να διαβαστεί αυτό το βιβλίο, ανάμεσα σε παράλογο Δεκέμβρη και μουρλό Γενάρη, οι άκανθες του αχινού βρέθηκαν ανάμεσα στην αλλαγή του 2025, στη μια άκρη τους είχαν το κραγιόν το κόκκινο, το γιορτινό, στην άλλη υπολείμματα από τα εντόσθια του αχινού και πλέον μπορώ να πω πως εάν ο Εμπειρίκος ήθελε να γράψει ένα ποίημα σαν το άσμα «Είχα μια γκόμενα τη Σούζη, γουστάρει να τα τσούζει», θα ‘τανε αυτό και αυτό είναι ένα πολύ θετικό σχόλιο από πλευράς μου.
*προσθέτει στο καλάθι το «Οι αναμνήσεις του αββά ντε Σουαζί που ντυνόταν σαν γυναίκα» και συνεχίζει ακάθεκτη, μεθυσμένη από την αίσθηση ελευθερίας που μόνο η ώρα 16.15 στο γραφείο μπορεί να δώσει*
«όλο βλακείες ζούμε», λέει μια ηρωίδα και σκέφτομαι πως πρόκειται για κάτι αστείο, τραγικό, παιδικό και ειλικρινές. Ώρα έχω να σας θυμώσω και θα παραδεχτώ πως δεν μου αρέσει καθόλου ο Βακαλόπουλος, αλλά σε σημεία τον έφερα στο μυαλό μου και σκέφτηκα, αυτό είναι σα Βακαλόπουλος που μαρέσει.
*να θυμηθώ να σβήσω το παραπάνω, δεν είμαστε γι’ άλλες συμφορές*
Αλήθεια, πολλοί δεν καταλάβατε τι σημαίνει να μπερδεύεται το κοκκινιστό της κατσαρόλας με το αίμα της μαμάς; Εγώ προχθές έκανα ένα αστείο, πώς ενώ έβγαζα κάτι μπρουσκέτες από το φούρνο μύρισα κοτόπουλο, αλλά δεν είχα μαγειρέψει κοτόπουλο, και τελικά το κοτόπουλο είμαι εγώ. Δε γέλασε κανένας – ούτε από λύπηση.
Ο Καύσωνας στο Παγκράτι ήταν ωραίος και δίκαιος, και vintage, πριν η Παγκρατιολαγνεία μάς φέρει όλους αυτούς τους χιπ προορισμούς. Σε αυτές τις ρομαντικές γκαρσονιέρες σαν να υπήρχε η δίψα για τον εαυτό μέσα από τις παρατηρήσεις των άλλων, ας είναι και χυδαίες, προκειμένου να μην είναι βαρετές, ναι; Η χαριτωμένη πικαρική αναζήτηση της λέξης «Δυσθωπεία» και ένα μεγάλο «Χαραμίζομαι, αλλά δεν πειράζει.»
Ωραίες οι συμπιεσμένες στιγμές, από αυτά τα μικρά μουσεία διαλόγων, όπως και η υποδόρια κριτική σαν φαμφαρισμό, μαζί με την περιέργεια: τι είπε κανείς πάνω στο ζενίθ του οργασμού και τι είπε κανείς στο νεκροκρέβατο;
Αυτό το πέραδώθε φέρνει μια υπνωτιστική ζαλάδα, ωστόσο έτσι είναι η ζωή, ναι; Είναι μέσα στη ζωή και οι υποθέσεις και οι προθέσεις των άλλων, οι ψυχαναλύσεις της ατάκας και οι σχέσεις με φόντο το αστικό τοπίο, διάλογοι προσεκτικά τοποθετημένοι ανάμεσα στο τσιλημπούρδισμακαιχάσιμοχρόνου και στις αποκαλύψεις εκ βαθέων. Επιτέλους γυναίκες πιο τσαμπουκαλούδες – αρκετά πεισμωμένα παιδιά. Και πιο κάτω βλέπω πως έχω κυκλώσει την έκφραση το «εωθινό κατούρημα» – στα κάνει αυτά η καθιστική ζωή, κυκλώνεις μανιακά κάτι τέτοια και μετά απολογείσαι στον χειριστή υπερήχου επειδή έχεις πει 8 λίτρα νερό και δεν σου ‘ρχεται.
Μ’ άρεσε και η εγκιβωτισμένη αφηγηματική δυσπιστία στους ανθρώπους, αλλά και ακόμα χειροτέρα, η εγκιβωτισμένη αφηγηματική αγάπη, πάλι στους ανθρώπους. Ούτε ένας αχινός.
Τέλος πάντων, είπα όσα σκέφτηκα και δεν χρησιμοποίησα πουθενά τη λέξη «μεταμοντέρνο».
Το απόσπασμα που τσάκισα, κύκλωσα, φίλησα, χώρισα:
«η Έρση θα τον κοίταζε πάνω απ’ την ξένη πλάτη μ’ εκείνη την τεράστια τρομαχτική αγάπη της, όλη κατάφαση κι αποδοχή και καύλα κι ηρεμία, με μια λαχτάρα ήσυχη λες κι αντίκριζε νεογέννητο που κουβαλούσε πενήντα χρόνια στην κοιλιά κι άλλα εκατό στο στήθος. Βλέμμα γυναίκας ανοιγμένης ως τα έγκατα, γυρισμένης το μέσα έξω, εξαντλημένης κι ευγνωμονούσας, που ’χει γνωρίσει όλα τα μυστικά του σύμπαντος τρεις τέσσερις φορές μέσα στο ίδιο βράδυ και θέλει να του τα δώσει πίσω. Οι άλλες δεν το ’βλεπαν αυτό το βλέμμα, μα πάντα όταν συνέβαινε τις έπιανε μανία και καρφώνονταν πάνω του με τέτοια λύσσα, που εκείνος άδειαζε γρήγορα μέσα τους ολόκληρος και από σοβαρός σπουδαίος κύριος γινόταν αμελητέο ψαράκι. Έπλεε τότε για λίγο σ’ έναν πηχτό, ζεστό ωκεανό από υγρά γυναικών – χύσια, αίματα, βλέννες – και φιλόξενα σπλάχνα· τρύπωνε όπου έβρισκε, ελισσόταν, χιμούσε μ’ ορμή στις πιο μικρές στιγμές, μέχρι που λιώναν όλες οι κοιλότητες, δεν ήξεραν ποιος ήταν ποιος και τι ήταν τίνος, πού τέλειωναν τα άκρα τους και άρχιζε ο κόσμος.»





































Leave a Reply