«Perhaps, somewhere, humanity is flourishing under the stars, unaware that a daughter of its blood is ending her days in silence.»
Βιβλία που είναι ένας μεγάλος, αριστοτεχνικός, υπαρξιακός, εσωτερικός μονόλογος, από το Υπόγειο μέχρι το Δεν ήμουν πια άνθρωπος.
Πραγματικά, το μυθιστόρημα της Harpman (Γαλλία, 1995), συγκλονίζει και ρημάζει, ενώ θυμίζει πως δεν χρειάζονται και πολλά (πρόσωπα, γεγονότα, σούπα-μούπες), για να γραφτεί κάτι τόσο ξεχωριστό – μια ενδιαφέρουσα ιδέα και μόνο αρκεί ως σημείο εκκίνησης.
Η ιστορία ξεκινά με 39 γυναίκες και ένα νεαρό κορίτσι φυλακισμένες σε ένα μυστήριο υπόγειο καταφύγιο, σε έναν άγνωστο πλανήτη. Τρεις σιωπηλοί άντρες, οι φρουροί, τις παρακολουθούν χωρίς να μιλούν, χωρίς εξηγήσεις για το πώς βρέθηκαν εκεί ή γιατί κρατούνται. Καμία δεν θυμάται τον έξω κόσμο με ακρίβεια, ούτε το πώς ή πότε αρπάχθηκαν· η αφηγήτρια, το «Παιδί», δεν έχει καμία ανάμνηση του πριν. Ποτέ δεν γνώρισε τον κόσμο μας, παρά μόνο μέσα από κάποιες αναμνήσεις των γυναικών. Οι γυναίκες δεν τη συμπεριλαμβάνουν και τόσο – θεωρούν δεν καταλάβει. Επίσης, δεν έχουν διάθεση να μιλήσουν για την προηγούμενη ζωή. Προτιμούν να ξεχάσουν, προτιμούν να σκέφτονται τα παιδιά τους νεκρά, παρά πως κι αυτά φυλάσσονται σε άλλα καταφύγια – φυλακές.
Δεν αργεί να έρθει «Το Γεγονός».
Η πολυπόθητη ελευθερία έρχεται και οι 39 γυναίκες μαζί με το «Παιδί», το οποίο πια είναι έφηβη, είναι έξω στον κόσμο. Σε ποιον κόσμο;
Η Harpman δημιούργησε μια φυλακή μέσα στη φυλακή, όπου κάθε σημείο εγκλωβισμού είναι και μια ενδοσκοπική εξερεύνηση της ανθρώπινης φύσης και των σχέσεων. Δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η επιβίωση και η συνεργασία γίνονται τα βασικά εφόδια. Η χαρά φτάνει από το δροσερό νερό, η θλίψη από το πένθος.
Η Harpman επιλέγει να πει την ιστορία «εσωτερικά», «κλειστά» και όποιες μικρές ‘ασυνέπειες’ με ενοχλούσαν σχετικά με τα όσα ξέρει ή αγνοεί ένα παιδί μεγαλωμένο σε μια φυλακή, χωρίς άλλη γνώση του κόσμου μας, κατέληγα να τα αγνοώ με φυσικότητα, μιας και το σχήμα της επιστημονικής φαντασίας που επέλεξε να χτίσει είναι ένα ενδιαφέρον πλαίσιο που αγκαλιάζει όλη την ανθρώπινη αγωνία όπως την έχουμε συναντήσει σε κλασικά έργα – μια ακόμα απόδειξη πως κανείς δεν χρειάζεται πολλά για να κατασκευάσει ένα ολοκληρωμένο και τρομακτικό οικοδόμημα.
Η δυναμική ανάμεσα στις 40 γυναίκες είναι ταυτόχρονα άτυπη και κοινή. Σχηματίζονται μικρές συμμαχίες, οι σχέσεις δημιουργούνται αργά, προσεκτικά, και η αγάπη που αναπτύσσεται μοιάζει ταυτόχρονα φριχτά πολύτιμη και σχεδόν αμήχανη. Η αφηγήτρια μας παραμένει διαφορετική: είτε την αγνοούν ως κατώτερη, είτε δοξάζεται ως παντοδύναμη φροντίστρια εξαιτίας της νεότητάς και της αντοχής της. Για λίγα μόνο έτη που κυλούν σα νερό, το «Παιδί» ανήκει, κάτι πάλι υπέροχο αλλά πάλι ασήμαντο. Ενώ έχει πια βιώσει απόρριψη και αποδοχή, συμβαίνουν και τα δύο με έναν εξίσου θαμπό τρόπο, μιας και ποτέ δεν γνώρισε το σύνολο μιας οργανωμένης κοινωνίας. Έχει φαγητό, αλλά δεν έχει πιάτο να το ακουμπήσει – έχει κρασί αλλά όχι ποτήρι για να πιει.
Η ζωή έξω αποκαλύπτει ότι η επιβίωση δεν είναι παρά η αναβολή του θανάτου. Η αφήγηση εστιάζει στις μικρές καθημερινές ανακαλύψεις και στην εξερεύνηση του κόσμου και του εαυτού, παρά σε έντονες δράσεις ή πολεμικά γεγονότα. Η Harpman επενδύει στις σκηνές αυτές με μια παράξενη, ακαθόριστη ομορφιά.
Σε πολλά σημεία θυμίζει τη Margaret Atwood και μου ήρθαν στο μυαλό και «Οι Υπάλληλοι» της Ravn Olga που διάβασα πρόσφατα. Θυμήθηκα τους Pink Floyd, «Is There Anybody Out There?» και τη Laika, το σκυλί από το Σοβιετικό Διαστημικό Πρόγραμμα.
Η ηρωίδα της Harpman υπήρξε καταλληλότερη για αυτόν τον ρόλο απ’ τη σκυλίτσα, μιας και ποτέ δεν γνώρισε τον κόσμο, συνεπώς υπάρχει ένα τεράστιο και ενδιαφέρον τοίχος που την προστατεύει από την πιο επικίνδυνη δύναμη – εξάλλου, για έναν πολύ σημαντικό λόγο λέει ο Alfredo στον νεαρό Toto «don’t give in to nostalgia», «forget us all».





































Leave a Reply