Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια, αλλά, τη Δευτέρα παρακολούθησα το ‘…καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς’ στο Σύγχρονο Θέατρο και μια από τις πολλές μου σκέψεις, περπατώντας προς την έξοδο, ήταν πως κάπως «μαγικά» φάνηκε σα να συμπιέστηκε ολόκληρο το βιβλίο μέσα σε αυτά τα 85 λεπτά. Στην αρχή μάλιστα, ήμουν δύσπιστη στο πώς ακριβώς θα μεταφερθεί και μοιραστεί η ροή λόγου ανάμεσα σε τέσσερις ηθοποιούς, αλλά μετά την παράσταση η μορφή που συνάντησα μού φάνηκε ιδιαίτερα λογική, ως ένα ηχητικό ντοκουμέντο εξορίας – ως φωναχτό εξομολογητήριο που αναπαριστά τα γεγονότα της Αντίστασης, με μια φωνή απολύτως δική του: άμεση, προφορική, αθυρόστομη, φλερτάροντας με το αδιέξοδο της τρέλας, αυτό που στο μέλλον οι άνθρωποι θα ρομαντικοποιήσουν ως «παρακμιακό». Η καταγραφή διαβάζεται και ως στεντόρεια παράκληση, να γίνουν πιστευτά τα γεγονότα που στρώνουν τον «μοναχικό δρόμο του επαναστάτη».
Μετά από χρόνια κομματικής πειθαρχίας και εσωτερικών απαγορεύσεων, ξεπηδάει μια γλώσσα λαϊκή, ανά σημεία εμποτισμένη με ερωτισμό, χωρίς φυσικά να είναι στυλιστική επιλογή. Πρόκειται για την έκρηξη μιας ζωής στην πολιτική, στη θυσία και τη στρατευμένη σεμνοτυφία που κρατούσε το σώμα και το συναίσθημα σε βαθιά καταστολή.
Αυτό που ο Σκούρτης στον επίλογο ονομάζει «σύμπτωμα Μίσσιου», αφορά ακριβώς αυτή την έκθεση: την αποκάλυψη ενός καταπιεσμένου ερωτισμού, μιας ολόκληρης γενιάς που μεγαλωμένη μέσα σε «κομματικές θεούσες», έμαθε ότι το σώμα ήταν πάντα ύποπτο, ο πόθος μικροαστικός, η ηδονή αντι-επαναστατική. Με τη γλώσσα του, ο Μίσσιος φτύνει στα μούτρα αυτού του ηθικισμού· αλλά όχι από θέση κυνισμού. Ίσως το κάνει για να αποκαταστήσει την ολότητα της ανθρώπινης εμπειρίας, που η πολιτική γραμμή προσπάθησε να τεμαχίσει. Σε σημεία σε πιάνουν δάκρια από το πουθενά, διότι μέσα στον χείμαρρο βασανιστηρίων, το ρυάκι αίματος, το παγωμένο νερό και της αδιανόητης βαρβαρότητας, σε ένα τεράστιο γεωγραφικό εθνικό-κρατικό-εσωτερικό, ξύλο της Μηχανής, κάπως «μουδιάζεις», μέχρι που σε αιφνιδιάζει με την απρόσμενη αγάπη του. Αγάπη που αργότερα ονοματίστηκε ως γη, αγάπη για την πολιτική του οικοσυστήματος και την παιδική αυθεντικότητα μιας τσακισμένης ιδεολογίας.
Μεγάλη αγκαλιά η συνέντευξή του, δίνοντας ένα απλό περίγραμμα στον αγωνιστή της Αριστεράς (για να μην τον σκορπίσει ο αέρας σε χιλιάδες διασπαστικές μεριές), κάτι που τόσοι ‘μορφωμένοι’ αποτυγχάνουν να κάνουν, κι έτσι μετατοπίζεται από τον όποια φυλακή μιας στεγνής κομματικής ταυτότητας, προς μια οικουμενική οικολογική φιλοσοφία. Ο άνθρωπος, λέει, έχει εγκλωβιστεί στο Χρηματοοικονομικό Σύστημα, ένα τεχνητό περιβάλλον που τον αποκόπτει από τη γη, τους ρυθμούς και τους νόμους της φύσης, το μοναδικό αυθύπαρκτο σύστημα στο οποίο πραγματικά ανήκει.
Είναι κάπως (πικρά) αστείο να γράψουμε σήμερα για προφητικές διαγνώσεις της ασθένειάς μας, σχετικά με την καταναλωτική μανία, την αποστέρηση της καθημερινής επαφής με το φυσικό κόσμο και την εργαλειακή αντίληψη για τους πόρους.
Τέλος πάντων, με το έργο του Μίσσιου συστήθηκα πολύ νεότερη, αλλά είχα σταθεί (παγιδευτεί) στις εντυπώσεις και σε μια ανικανοποίητη ανάγκη να ξεσκεπαστεί μια άδικη Αριστερά. Στη τωρινή μου εμπειρία έμεινα περισσότερο στον πόνο στα κόκκαλα και βαριά–βαριά, με την αίσθηση πως, το φυσικό ον, εάν δρα ως τέτοιο, μπορεί να χτίσει ειρηνικά θεμέλια ως πολιτική πράξη.
Αυτά, και για κλείσιμο ο ίδιος:
«Σήμερα ειλικρινά δεν ξέρω αν υπάρχει Αριστερά. Αυτό που ισχυρίζεται ότι είναι Αριστερά δεν παράγει τίποτα, ούτε καν πολιτικό πολιτισμό. Πιστεύω ότι ο μόνος δρόμος, η τελευταία έξοδος προς την ελευθερία του ανθρώπου και του πλανήτη είναι η ολιστική οικολογική φιλοσοφία, σκέψη, πράξη και συμπεριφορά».
Συνέντευξη του Χρόνη Μίσσιου στον Άρη Παπαστάθη,
«Το Βήμα», 20 Ιουνίου 2010
.
.
« Σου γράφω, όχι από τις φυλακές της Κέρκυρας, από την Αθήνα σου γράφω, σχετικά ελεύθερος… Όχι, δεν είμαι αδειούχος, νόμιμα και μόνιμα πολιορκημένος είμαι»





































Leave a Reply