«Οι συμφορές έχουν διπλή ιδιότητα· μπορούν να είναι όντα και μη όντα. Όσο απέχουν από σένα, είναι απλώς αφηρημένες ιδέες (μη όντα). Όταν όμως σε επισκέπτονται, είναι όντα, με σάρκα και οστά.»
Περίεργος και θεραπευτικός ο Αργύρης Χιόνης, αλλά και τα πολύ ενδιαφέροντα σχέδια της της Εύης Τσακνιά. Πρόκειται για μικρά, περίπου παραμύθια, προσωπικά, προφορικά, ανά στιγμές βιαστικά και με εντυπωσιακό ρυθμό· ιστορίες με τις οποίες ο Χιόνης κατασκευάζει τον δικό του μεταφυσικό μινιμαλισμό. Ο Χιόνης ακολούθησε το πολύ ωραίο έργο του Μπόρχες «Το Βιβλίο των Φανταστικών Όντων», διότι πέρα από τον εμπνευσμένα υπαρκτό κατάλογο, πρόσθεσε έναν έμψυχο κόσμο πραγμάτων, αλλά και μερικά ονόματα που είναι κάπου ενδιάμεσα, φτιάχνοντας έτσι ένα μαγικό, φιλοσοφικό, ποιητικό ζωολόγιο, γεμάτο από στοιχεία που μιμούνται, αλλά παίρνουν και στα σοβαρά, τις λεπτομέρειες ενός φυσιογνωστικού εγχειριδίου.
Η γοητεία στο ερώτημα, εάν είναι πραγματικά τα όντα ή όχι, κάνει τον αναγνώστη να αναρωτιέται, μήπως επειδή τόσα από τα πραγματικά όντα, είναι τόσο θαυμαστά, τότε θα μπορούσαν όλα να είναι φανταστικά εξίσου, ενώ αντίστοιχα, θα μπορούσαν κι όλα να είναι πραγματικά και να ζουν κάπου ήρεμα, σε μέρη όπου ο άνθρωπος δεν έχει ακόμα εξερευνήσει;
Εάν ναι, ποιος είναι ο καταλογογράφος που ανέλαβε τέτοιο παράξενο έργο; Ένας Αργύρης Χιόνης που γεννήθηκε το 1943 στα Σεπόλια από γονείς νησιώτες και αφού εξέτισε μακράν περίοδον μεταναστεύσεως εις την Εσπερίαν, εγκαταστάθηκε στο χωριό Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας, ή κάποιος διαυγής και ειρωνικός φυσιοδίφης μάγος, καλλιεργητής της ποίησης, αρχειονόμος των υπαρξιακών μικροπαραβολών;
Η μικρή πρόζα και το φιλοσοφικό του απόφθεγμα, συνθέτουν έναν στοχαστικό κόσμο, όπου το υπαρξιακό, το μεταφυσικό και το ειρωνικό συνυπάρχουν με τρόπο διακριτικά υποδόριο. Εάν ανά σημεία δεν γίνονταν σκοτεινά τα όντα, θα ήταν ιδανικά για κάθε ηλικία του ανθρώπου, μιας και τα μικρά πλάσματα, φανταστικά ή καθημερινά, που αποκτούν βούληση, φωνή, και φιλοσοφούν για τη δική τους ύπαρξη και ανυπαρξία, φέρουν ένα παιχνίδι του νου που χωράει μια σημαντική ουσία του να είσαι άνθρωπος: ένα ζώο, που κοιτάει τον εαυτό του και προσπαθεί να αυτό-ονομαστεί. Η ανάγκη να «ορίσουμε το ον» είναι μια αστεία, ανθρώπινη ματαιοδοξία, αλλά ταυτόχρονα είναι και ένα γοητευτικό καλειδοσκόπιο υπαρξιακών αινιγμάτων του σύμπαντός του νου μας. Τη Δευτέρα δεν θέλουμε να μας ξέρουμε και μας αφαιρούμε από παντού. Την Τρίτη παθιαζόμαστε με την ταυτότητα της ύπαρξης μας. Και την Τετάρτη; Την Τετάρτη φτιάχνουμε τον Θεό από την αρχή, για να μας φτιάξει τις ημέρες της βδομάδας.
Για ήρεμο κλείσιμο, ακολουθεί σύντομο απόσπασμα από την ιστορία «Ο Κάκτος», το οποίο επέλεξε αναγνώστρια όπου το μπαλκόνι της είναι γεμάτο κάκτους, απ’ άκρη σ’ άκρη και της έχουν ρημάξει τα νεύρα (ζάντες, ζαρτιέρες και άλλα μη όντα από Ζ), επειδή διαρκώς ακούει ιδιαίτερα ατυχείς απόψεις σχετικά με ερμηνείες όσων αγαπάνε τους κάκτους, το πιο ευαίσθητο φυτό.
«Ὁ καθένας θὰ μποροῦσε νὰ τὸν πληγώσει. Γι’ αὐτὸ κι ὁ κάκτος ἔχει ἀγκάθια, γιὰ νὰ μὴν μπορεῖ ὁ καθένας νὰ τὸν πλησιάσει καὶ νὰ τὸν πληγώσει, νὰ τοῦ ξεσκίσει τὴν τρυφερὴ καὶ ντελικάτη σάρκα του. Εξαιτίας ὅμως αὐτῶν τῶν ἀγκαθιῶν του, ὁ κάκτος γίνεται ἀντιπαθητικός. Οἱ ἄνθρωποι, συνήθως, δὲν ἀγαποῦν τὰ φυτὰ ποὺ τοὺς ἀντιστέκονται. Οἱ ἄνθρωποι, συνήθως, ἀγαποῦν τὰ φυτὰ ποὺ μποροῦν νὰ τὰ βιάζουν μὲ τὴν ἄνεσή τους. Τὸν κάκτο δὲν μπορεῖ νὰ τὸν βιάσει κανένας· νὰ τὸν λιώσει ἴσως (ὄχι βέβαια μὲ τὰ χέρια), ἀλλὰ νὰ τὸν βιάσει, ἀδύνατο. Φυσικά, όταν μιλῶ γιὰ βιασμό, δὲν κυριολεκτώ, γιατί, τουλάχιστον μέχρι στιγμῆς κανεὶς ποτὲ δὲν ἔχει συλληφθεῖ ἐπ’ αὐτοφώρῳ νὰ συνουσιάζεται μὲ τὸ γεράνι, τὴ γαρουφαλιὰ ἢ τὶς βιολέτες του. Ὄχι ὅταν μιλῶ γιὰ βιασμό, ἐννοῶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀνούσια χαιδαλογήματα, ὅλα ἐκεῖνα τὰ γυαλίσματα τῶν φύλλων, τάχα γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ φυτοῦ, ὅλες ἐκεῖνες τις μυταρόλες ποὺ χώνονται, ρουθουνίζοντας μεθυσμένες, μέχρι τὸν ὕπερο τῶν λουλουδιών. Ὁ κάκτος δὲν ἀνέχεται τέτοιες οἰκειότητες. Ἕνα ἄλλο πράγμα ποὺ ἀποθαρρύνει ὁ κάκτος εἶναι ἡ ὑπερβολικὴ φροντίδα. Μὲ τὴ μοναδικὴ ἀντοχή του στὴ δίψα, ταπεινώνει τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τὸν κρατοῦν φυλακισμένο στις γλάστρες τους, γιατὶ οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τὴν ἀνάγκη νὰ νιώθουν ἀναγκαῖοι, προστάτες ἀπαραίτητοι τῆς φύσης.»





































Leave a Reply