«Πράγματι», μουρμούρισα πριν μερικά χρόνια και έβαλα το βιβλίο του Ζγκούρη στην ατέλειωτη to – read λίστα μου. Πριν κάποιο καιρό έφτασε σε εμένα και έτσι διαπίστωσα πως έχει ελάχιστες γάτες.
Προς το τέλος της δεκαετίας των 90s – αρχές των 00s είχα ήδη περάσει από διαφορετικά μεταξύ τους περιβάλλοντα. Ένα από τα πρώτα αστεία που έκανα στην ψυχολόγο μου ήταν πως είμαι ένα κοινωνικό πείραμα των γονιών μου. Περνώντας τα τρυφερά χρόνια στα πέριξ των Μεσογείων, τα highlights τότε ήταν τα αυτοκινητιστικά, τα ναρκωτικά, οι φίρμες Σατανιστές της Παλλήνης, τα μισογκρεμισμένα παράνομα σπίτια, οι τρομαχτικές καβάτζες στα αλσάκια, οι κοπάνες που κρατούσαν όσο το σχολικό έτος, κάτι γκάνγκστερς του γλυκού νερού και φυσικά, το μίσος Αλβανών – Ελλήνων. Πριν από αυτό το σχολείο ήμουν σε άλλο, με ποδιά και χάρακα και Θεό, άρα η διαφορά ήταν πολύ – πολύ μεγάλη.
Φυσικά, γράφω άλλα ντ’ άλλων, ωστόσο μάλλον αυτό είναι από τα καλύτερα στοιχεία των γατιών του Ζγκούρη: ξυπνάει αυτές τις παιδικές αναμνήσεις των πάνω – κάτω μιλένιαλς με μεγάλη ακρίβεια. Πλην κάποιον εξαιρέσεων, (των παιδιών που πήγαν σε ιδιωτικό και μόνο σε ιδιωτικό), οι άλλοι το ζήσαμε: ένα μεγάλο κύμα μετανάστευσης από Αλβανία και το τι σημαίνει ρατσισμός.
Ο Ζγκούρη έχει να πει πολλά για τη ζωή του, αλλά σε αυτό το βιβλίο επέλεξε να μας περάσει μέσα από κομβικές του αναμνήσεις και το πώς αυτές διαποτίστηκαν από τον ρατσισμό για την καταγωγή του. Τι σημαίνει να ανήκεις, να μην ανήκεις, να καίγεσαι να ανήκεις, να προδίδεις ανά στιγμές τον εαυτό σου και την περηφάνια σου ώστε να ανήκεις, να ορθώνεις ανάστημα και ας ανήκεις όπου τελικά σε θέλουν. Θα ήταν καλό να διαβαστεί, ειδικά από τις δικές μας ηλικίες, επειδή κάνει διάνα στις λεπτομέρειες της απόχρωσης του 90s ρατσισμού.
Πολλά ακόμα μπορούν να γραφτούν, αλλά ας γραφτούν από τις φωνές που το πέρασαν, οι υπόλοιποι ας ακούσουμε.
Μου ήρθαν διάφορες αναμνήσεις, αλλά επιλέγω αυτή: Χωρίζω με το αγόρι μου στο λύκειο. Η σχέση μας ήταν καλή για λίγο, αλλά κράτησε αρκετά, μέχρι που την κάναμε πατσαβούρι. Κάπου στα τελευταία τον έχει πιάσει μανία να μάθει με ποιον είχα κάνει τι στο μεταξύ. Ξαφνικά εκεί που είναι βυθισμένος στην απελπισία του, ακούγοντας τις απιστίες μου (οι δικές του δεν τον ενοχλούσαν ντε), λέει: «Πες μου πως δεν έχεις κάνει κάτι με τον Στέλιο Ντ! Όχι ρε Ρένα με τον Αλβανό!»





































Leave a Reply