Λοιπόν, κάπου τέλη Μαρτίου η «Κινητή Εορτή» ήταν στα χέρια μου κι όχι για λόγους λογοτεχνικής απόλαυσης. Όσοι μου τη σύστησαν, ενώ συζητούσαμε για τις μαγείες του Παρισιού, το έκαναν γελώντας κάτω από τα μουστάκια τους, λέγοντας πως αυτό το βιβλίο εξυπηρετεί αυτό που ψάχνω, αλλά δεν θα μου αρέσει καθόλου. Δεν άρεσε στους ίδιους γιατί: “είναι ένας μονόλογος που στοιβάζει διάφορα μπαρ, κακολογεί συγγραφείς και βρίθει από σεξισμό”.
Πάντως, με την «Κινητή Εορτή» πέρασα πολύ καλά, εφόσον το αντιμετώπισα ως αυτό που το ίδιο βιβλίο λέει πως είναι (εάν εξαιρέσουμε τα τεχνάσματα μάρκετινγκ): τα μεμουάρ του Χέμινγουει από τις ημέρες του στο Παρίσι. Λυπάμαι που στο συγκεκριμένο παράδειγμα θα αποτύχω ως μυγιάγγιχτη ή ηθικολόγος, ωστόσο έχουμε διαβάσει φανερά χειρότερα πράγματα από αυτό το ωραιούτσικο βιβλίο. Βέβαια, κανείς δεν είπε πως είναι ο Γέρος και η Θάλασσα, που θυμάμαι πως ως φοιτήτρια το κρατούσα στα χέρια αφού το τελείωσα και επέστρεψα μουδιασμένη στο αμφιθέατρο, χωρίς να έχω καθόλου μυαλό πια για παράδοση.
Χωρίς αμφιβολία, πρόκειται για κουτσομπολιά. Ξέρουμε πως ήταν εγωκεντρικός και ματαιόδοξος, αλλά ως αφηγητής του εαυτού του φαίνεται υπομονετικός και μετρημένος. Σχετικά με την Χάντλεϊ (πρώτη σύζυγος), φαίνεται ιδιαίτερα ευτυχισμένος και η ίδια να είναι ένας άγγελος, αλλά την παράτησε με συνοπτικές διαδικασίες για την επόμενη. Και μετά ακολουθεί όλο το παρεάκι: ο Φορντ Μάντοξ Φορντ υπερβολικός, βρωμόστομος, ανόητος, ο Έζρα Πάουντ καλοκάγαθος ενώ φυσικά δεν διστάζει να γράψει ακρότητες για τη Γερτρούδη Στάιν. Το ζευγάρι Σκοτ και Ζέλντα τους κάνει με τα κρεμμυδάκια – τέλος πάντων. Μου φάνηκε όλο το παραλήρημα του πολύ πραγματικό. Έχετε βγει ποτέ με συγγραφείς που πίνουν; Συχνά λέγονται τρομερά πράγματα.
Το ότι ο Χέμινγουει τους θάβει όλους με κουτσομπολιά για να επιβεβαιώσει την ανωτερότητά του δεν θα έπρεπε να κάνει εντύπωση σε κανέναν. Μάλιστα, όσα έγραφε για τον Φιτζέραλντ είναι κωμικά και ευχάριστα, εάν αναλογιστεί κανείς πως γνωρίζει τον Σκοτ συγγραφικά ανάμεσα σε «Αυτή η Πλευρά του Παραδείσου» και στον «Ο Υπέροχος Γκάτσμπυ», ενώ ο ίδιος ο Χέμινγουει τραβιέται στα καφέ και γράφει και σβήνει και γράφει και σβήνει. Τα εκδοτικά νέα των άλλων, προφανώς τον άγχωσαν, πως ίσως δεν θα καταφέρει να γίνει αυτό που απέδειξε (τελικά) πως είναι.
Βέβαια τα ημερολόγια αυτό κάνουν: κουρνιάζουν το άγχος μας και μας επιτρέπουν γενναιόδωρα να είμαστε καλοί σε έναν κόσμο κακών. Επίσης! Είναι σαφές πως ζήλευε το ότι ο Φιτζέραλντ ζήλευε τη Ζέλντα και έτρεχε πίσω της, όπου έπιναν σε κάθε πάρτυ και την έβλεπε να φλερτάρει με άλλους, ενώ ήταν αδύνατο να την κρατήσει ψυχαγωγημένη. Στα κενά της επεισοδιακής τους σχέσης, μάλλον προσπαθώντας πρωινές ώρες να ξεμεθύσει, ενώ η Ζέλντα ακόμη κοιμόταν, έγραφε αριστουργήματα. Λογικό ο Χέμινγουει να ζηλεύει μιας και τότε εκείνος πήγαινε νηστικός σε επισκέψεις επιπλωμένων διαμερισμάτων φίλων, δεν χαράμιζε τα σύνεργα ψαρέματός του στις γαλλικές ακτές (τα κρατούσε για την Ισπανία), σερνόταν από τη λεωφόρο Αραγκό στη Σαιν Μισέλ, έπινε στο Σελέκτ (πρώτη φορά το είχα διαβάσει από τον Μπουνιουέλ) και διατηρούσε μια δουλική στάση προς τους ανώτερους-φτασμένους συγγραφείς, κάτι που υποθέτει πως οι επόμενες γενιές δεν θα συμμεριστούν (αναμένουμε ανώτερους-φτασμένους συγγραφείς να το επιβεβαιώσουν).
Ας σταθούμε για δύο λεπτά στον σεξισμό: Αρχικά, ο Χέμινγουει είναι καλός συγγραφέας – δεν ξεφεύγει με ακρότητες, συνεπώς ακόμα και σε αυτό το ζήτημα (memoir νεαρής ηλικίας) υιοθετεί ένα ήπιο ύφος προσβολής. Η χειρότερη στιγμή του είναι όσα έγραψε για τη Γετρούδη – καμία έκπληξη εδώ. Τον υπόλοιπο, κάζουαλ σεξισμό, τον αφήνει για τους άνδρες γύρω του, ώστε να αποδείξει πόσο μυαλωμένος είναι, συγκριτικά με τους άλλους, τους υπερβολικούς. Δεν τίθεται φυσικά ζήτημα πως βλέπει ισότητα, απλά αφήνει τον αναγνώστη να συμπεράνει πως εκείνος έχει τακτ, ενώ οι άλλοι όχι. Με τη Γετρούδη χάνει την μπάλα και κάνει «διάνα», καταφέρνοντας δυστυχώς να μιλήσει για τους άνδρες συγγραφείς, παρά για τις γυναίκες: «Δεν υπάρχει πολύ μέλλον στο να είναι οι άντρες φίλοι με σπουδαίες γυναίκες… και συνήθως υπάρχει ακόμη λιγότερο μέλλον με πραγματικά φιλόδοξες γυναίκες συγγραφείς». Πράγματι! Σωστό, κατά λάθος. Δεν είναι οι γυναίκες ένα φετιχιστικό, μυστήριο, αιματοδειψές πλάσμα, απλά πολλοί αποτυγχάνουν να δουν ανθρώπινη υπόσταση όταν τις κοιτάνε. Το σεξιστικό της υπόθεσης είναι αυτό: Ο Χέμινγουει τους χτυπούσε όλους όπου μπορούσε, τη Γετρούδη στο φύλο της. Συνηθησμένα τα βουνά στους αιώνιους χειμώνες.
Σχετικά με τις άλλες γυναίκες, βλέπω τα θλιβερά πορτρέτα που τους ζωγραφίζει, ειδικά όταν κάθονται στα μπαρ, ωστόσο τίποτα που να αποτυγχάνει να ζωγραφίσει πάλι, περισσότερο τον ίδιο τον συγγραφέα. Πολλές γνωρίζουμε πώς είναι να πηγαίνουμε στα ίδια μαγαζιά που πάμε και να υποθέτουν οι άλλοι, πως είναι θαυμαστοί και σημαντικοί παράγοντες στα μάτια μας και πως μας φλερτάρουν και μας προσβάλουν και μας θέλουν και μας μισούν. Μερικές φορές συμβαίνει: Θαμώνες με εσωτερική τρικυμία, ενώ οι γυναίκες απλά υπάρχουν. Εάν κανείς αφαιρέσει τις γιρλάντες του Χέμινγουει, στις περισσότερες περιπτώσεις, μένουν κάποια μοντέλα που πίνουν το ποτό τους τη δεκαετία του 20 στο Παρίσι και γελάνε, θέλουν να κάνουν παρέα με τους άντρες του μαγαζιού και δεν θα αρνηθούν ένα δωρεάν γεύμα. Τι τους απασχολούσε εάν ένας άγνωστος με τον φίλο του σκεφτόταν πως η μια ήταν πρόστυχη και η άλλη βαρετή; Αυτές πιθανό να σκέφτονταν πολύ χειρότερα πράγματα για αυτούς. Ο ένας λέει: σταμάτα να ποζάρεις! και εκείνη του λέει γιατί; αφού μου αρέσει. Σε αυτές τις καταγραφές, οι χαμένοι της υπόθεσης μάλλον ήταν οι διανοούμενοι, παρά οι νεαρές που προφανώς τους βαρέθηκαν και πήγαν να κάτσουν με άλλους. C’est la vie! Μακριά από τον μπανάλ εσωτερικό μονόλογο του Χέμινγουει, ο αναγνώστης μπορεί να διαισθανθεί πως αυτές οι γυναίκες είχαν τη δικιά τους ολοζώντανη ύπαρξη. Θεωρώ πως δεν αξίζει περισσότερη ανάλυση, εδώ ο ίδιος Χέμινγουει κάπως κατάφερε και συγκρατήθηκε και ήταν επιφυλακτικός στις ρητορείες του, ας το κάνουμε κι εμείς.
Το κεφάλαιο που μάλλον μου δημιούργησε περισσότερες εντυπώσεις ήταν αυτό που επιχειρήθηκε να αποδειχθεί ποιος ειναι τζεντλεμάν και ποιος ρεμάλι. Στην πρώτη κατηγορία βρέθηκαν όσοι διαρκώς καίγονται να εξηγήσουν (σε όποιο κοινό αποδειχθεί αρκετά πρόθυμο), τι είδους βιβλια λείπουν από την εποχή, ενώ στη δεύτερη είναι μάλλον οι ταλαντούχοι που δεν θέλουν πολλά – πολλά, και γελάνε με τις μεγαλοστομίες των δήθεν διαβασμέων, και καλά ταπεινών, αφεντικών της λογοτεχνίας, όταν δεν τους βλέπει κανεις.
Εκφράσεις που μου έμειναν: «σαν αποτυχημένος βιαστής», «μη μιλάς σα ναυτάκι» και η αγαπημένη μου: «το μυθιστόρημα δεν πουλάει πια, πρέπει να γράψω διηγήματα». Θα αρχίσω να τις λέω!
Κι ένα ωραίο απόσπασμα:
Είχαμε ξαναπεινάσει με το περπάτημα και το Μισό ήταν ένα συναρπαστικό αλλά και ακριβό μέρος για μας. Εκεί έτρωγε τότε ο Τζόις με την οικογένειά του, ο ίδιος και η γυναίκα του καθισμένοι με την πλάτη στον τοίχο, ο Τζόις να διαβάζει το μενού με τα χοντρά γυαλιά του κρατώντας το ψηλά με το ένα χέρι, η Νόρα δίπλα του, μια ανοιχτόκαρδη μα και ντελικάτη καλοφαγού, ο Τζόρτζιο, αδύνατος, καλοχτενισμένος δανδής έτσι όπως τον έβλεπες από πίσω, η Λουτσία με τα πυκνά κατσαρά μαλλιά, μια ασχημάτιστη ακόμα κοπέλα, κι όλοι τους να μιλούν ιταλικά.
Ενώ στεκόμασταν εκεί αναρωτιόμουν κατά πόσον αυτό που είχαμε νιώσει πάνω στη γέφυρα ήταν πείνα. Ρώτησα τη γυναίκαι μου κι εκείνη είπε:
«Δεν ξέρω, Τέιτι. Υπάρχουν λογιών λογιών πείνες. Μάλιστα την άνοιξη ακόμα περισσότερες. Αλλά αυτή πάει πια. Η μνήμη είναι ένα είδος πείνας».





































Leave a Reply