Η γνωριμία με τον Γκρέγκορι Πιερρό ήρθε μέσα από τον Αποικιοκράτη Χίπστερ, μια ενδιαφέρουσα, κοινωνική έρευνα δοκιμιακού τύπου, που ως εμπειρία μου ανέβασε το white guilt σε καινούρια ύψη.
Σε κάποια σημεία υπήρξε αποκαλυπτικός και πάντα με χιούμορ, βέβαια, θυμίζει περισσότερο ομιλία, αλλά κάποιος ελαφρά εξοικειωμένος με το περιεχόμενο μπορεί να καταλάβει τι εννοεί ο Πιερρό.
Αυτό που λειτούργησε χαοτικά για εμένα ήταν το να μιλάμε για τον ίδιο χίπστερ χρονικά, αυτόν του 21ου αιώνα, αλλά σε διαφορετικές χώρες και ηπείρους. Δεν νομίζω πως είναι μια έννοια που σημαίνει το ίδιο εδώ και στην Αμερική, έτσι μέσα μου αυτό παραμένει κάτι αγεφύρωτο. Όπως και να έχει, είναι ένα χρήσιμο βιβλίο που ανατρέχει στις γενεαλογικές ρίζες ενός όρου και καλύπτει ένα φάσμα (όπως τουλάχιστον το διαμορφώνει ο Πιερρό), από την Καραϊβική του 18ου στο blackface, τον φασισμό, τις επιπόλαιες μιμήσεις τις βρετανικής πανκ, μέχρι και την εκμετάλλευση των μειονοτήτων από influencers.
Ποιος είναι ο χίπστερ; Ο Πιερρό κάνει λόγο για την άμορφη ανθρώπινη φούσκα, την ντεμοντέ αισθητική πολαρόιντ φωτογραφιών, την gap, τις φόρμες adidas, τα πολυτελή καταστήματα μεταχειρισμένων, την ρετρομανία και την αγάπη για το παλιομοδίτικο, τους λευκούς που μιμήθηκαν τους αφροαμερικάνους που λάτρευαν την μπίμποπ και τις χορευτικούς φιγούρες των παππούδων και γιαγιάδων μας, δηλαδή το κουλ πριν γινει κουλ, και τους χιπ λευκούς που το κυνηγούν παριστάνοντας τους απένταρους μποέμ με μια μόνιμη έκφραση δεικτικού, αιχμηρού σαρκασμού.
Δουλοκτήτες έλεγχαν τη μόδα και τη κουλτούρα που δημιουργήθηκε από τους μαύρους ενάντια των υλικών περιορισμών και δημιούργησαν την ιερή αισθητική του ανήκειν, την οποία ο λευκός ήρθε να οικειοποιηθεί, ως συνήθως, όπως οι ευκατάστατοι οικειοποιούνται την αισθητική της εργατικής τάξης, κάνοντας μόδα την έλξη για την κουλτούρα του φτωχού.
«Προκειμένου να συγκροτήσουν τη φυλή, οι δουλοκτήτες ένιωθαν ότι έπρεπε να ελέγχουν τη μόδα. Εννοείται πως τίποτα δεν πήγε σύμφωνα με το σχέδιο: πάντα υπήρχαν τρόποι να ακολουθεί κανείς το νόμο κατά γράμμα ενώ τον αμφισβητεί. Παρόλο που οι δουλοκτήτες έκαναν το προφανές, παρέχοντας οι ίδιοι ρούχα στους σκάβους και απαγορεύοντας τους να τα προμηθεύονται μόνοι τους, εκείνοι κατάφεραν να αναπτύξουν μοναδικά στυλ και μόδες εντός και εναντίον των υλικών περιορισμών που τους είχαν επιβληθεί. Οι μαύρες γυναίκες μετέτρεψαν το «τιγιόν» – το ύφασμα που εξαναγκάζονταν να φορούν στο κεφάλι- σε τέχνη και μυστική γλώσσα».





































Leave a Reply