«Σύμφωνα με τον τελευταίο κώδικα που τέθηκε σε ισχύ στο Βασίλειο, και στους νόμους περί δημόσιας ασφάλειας που τιμωρούν τους ζητιάνους, τους κατεργάρηδες, τους αλήτες, τους πένητες, τους ταλαίπωρους, τους αρρώστους, τους ξένους και ούτω καθεξής».
Ο Fabio Stassi μεταφέρει τις περιπέτειες του Πινόκιο, το κλασικό έργο του Carlo Collodi, αντιστρέφοντας όσα παραδοσιακά ξέραμε, δίνοντας μια απογυμνωμένη παραλλαγή, συστήνοντας τον Μαστρο-Τζεπέτο ως έναν από τους αμέτρητους παραγκωνισμένους αυτού του κόσμου, στο περιθώριο της μικρής κοινωνίας.
Ο μαστρο-Τζεπέτο, ηλικιωμένος, φτωχός και μόνος, χάνει τον έλεγχο του βίου του, χάνει τις αναμνήσεις του, χάνει και τη φωνή του. Οι σκληροί συγχωριανοί του τού δωρίζουν ένα κούτσουρο, το οποίο εκείνος περιβάλει με αγάπη, φτιάχνοντας μια μαριονέτα για γιο. Του στήνουν πολλές φάρσες, ρίχνοντάς τον σε ένα ατελείωτο κυνήγι που θυμίζει κλασικά πικαρικά έργα (πχ Η πεταλούδα – Wilhelm Busch εκδ Κίχλη), όπου και κυνηγημένος αναζητά με εντυπωσιακό πείσμα τον ξύλινο γιο του, έχοντας για ιδανικό ακροατή ένα φίδι και για σπιτικό, ένα σκυλόσπιτο, πάντα τυλιγμένος με την κουβέρτα του.
Πρόκειται για μια σκληρή υπενθύμιση, βασανιστικά δοσμένη, πως άλλοι ζουν τη ζωή, οι προνομιούχοι, ενώ άλλους τους ζει η ζωή και τους πετάει από το ένα επίπεδο της Κόλασης στο άλλο. Μάλιστα όποιος χάνει τη περιουσία του, χάνει και τα λογικά του, εφόσον το χρήμα είναι το ζωτικό αόρατο μέλος, που εξασφαλίζει προστασία από κάθε σαδιστικό μένος των ..συγχωριανών.
Μάλιστα μου θύμισε τον για πάντα 36χρονο Αντώνη που στην προσπάθειά του να μπει στο πλοίο για το Ηράκλειο της Κρήτης, απωθήθηκε από μέλη του πληρώματος, με αποτέλεσμα την πτώση του στη θάλασσα και τον θάνατό του.
Μου θύμισε επίσης το απόσπασμα της Μαργαρίτας Καραπάνου που κυκλοφορούσε για την Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας: «Όταν ήμουνα στο ψυχιατρείο, μου συνέβη κάτι που ίσως δεν φαίνεται φοβερό, αλλά που με πλήγωσε όσο λίγα πράγματα στη ζωή μου. Όταν πρωτομπήκα είχα δικαίωμα να βγαίνω στον κήπο μόνο ένα τέταρτο. Γιατί έπαιρνα πολλά φάρμακα και δεν μπορούσα να στέκομαι πολλή ώρα. Όλη την ημέρα περίμενα αυτό το τέταρτο για να πάρω λίγο αέρα. Μ’έβγαζε πάντα μια νοσοκόμα και καθόμασταν. Μία μέρα βγαίνουμε και μετά από τρία λεπτά μου λέει “Γυρίζουμε”. Της λέω “Πώς γυρίζουμε αφού δεν έχουμε κάτσει ένα τέταρτo;” Και ξέρεις τί μου είπε: ‘Ποιος θα σε πιστέψει εσένα πουλάκι μου;’».
«Παρ’ όλα αυτά, μόλις τον είδε να ξεμακραίνει με εκείνο το κουρασμένο, σπασμωδικό του βήμα, που της θύμιζε το βεβιασμένο, χωλό βήμα του κοτσυφιού, μια ανεξήγητη μελαγχολία την πλημμύρισε ξαφνικά και αναγκάστηκε να αποστρέψει το βλέμμα της για να μη συνεχίσει να απορεί με το συναίσθημά της αυτό».





































Leave a Reply