«Θέλω να της πω πως δεν θα πληγωθεί ποτέ, ότι όλα θα πάνε όπως πρέπει, και ότι εγώ πάντα, μα πάντα, θα είμαι εκεί για να την προστατεύω. Δεν μας βλέπει κανένας παρά μόνο τα σπουργίτια που κάνουν κύκλους από πάνω μας. Βάζει τα χέρια της γύρω από τη μέση μου και στεκόμαστε εκεί, σφιχταγκαλιασμένες, ρίχνοντας τη σκιά μας στο χορτάρι σαν να ήμασταν ένα σώμα».
Φαινομενικά απλό βιβλίο, που προκάλεσε περίπλοκες καταστάσεις. Δεν είναι το σύνηθες feelgood που κανείς ίσως περιμένει, παρά το καθημερινό λεξιλόγιο και την έλλειψη δυναμικής πλοκής.
Στην πρώτη αφήγηση συναντάμε την νεαρή πρωταγωνίστρια, την Λάρα, να ανακατεύεται ανάμεσα στον θίασο του Τομ Λεϊκ και να βυθίζεται στο καλοκαιρινό ειδύλλιο με τον τότε ακόμα άσημο Πίτερ Ντιουκ, πριν γίνει αστέρας του κινηματογράφου. Σύντομα διαπιστώνουμε πως το μέλλον έχει έρθει εδώ και καιρό, και στη δεύτερη αφήγηση βρισκόμαστε στο σήμερα, όταν το καλοκαίρι στο Τομ Λεϊκ είναι μονάχα μια μακρινή ανάμνηση που διηγείται η Λάρα στα τρία κορίτσια της, ενώ κατά την περίοδο της πανδημίας μαζεύουν τα κεράσια της οικογενειακής τους φάρμας, όπου και ζουν.
Η γραφή και το αφηγηματικό σύμπαν μου θύμισε την προσωποκεντρική ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, κάτι που στην αρχή σε βάζει για ύπνο και αργότερα, ύπουλα σε έχει τοποθετήσει σε μια θέση που δεν περίμενες πως βρισκόσουν.
Τα κεράσια σίγουρα είναι ύπουλα: Η περιγραφή της κίνησης των φύλλων, του γρασιδιού, των καλαθιών, του νεκροταφείου, των πουλιών της φάρμας, οι βυσσινάδες, οι μαργαρίτες. Όλα όμοια και μαλακά, αφαιρούν την αίσθηση του επείγοντος που συνήθως κουβαλάει δραματικότητες. Εκτίμησα σε βάθος το πόσο συγκρατημένη ήταν η Λάρα στα πρώτα της βήματα. Αυτό ήταν που δεν την έκανε ένα ακόμα κλισέ. Φαινόταν ως μια ήρεμη δύναμη, που δεν ήταν σίγουρη τι έκανε, αλλά μέσα της έβραζε σιωπηλά για τον ρόλο της ως Έμιλυ και σαν να μην τολμούσε ούτε τώρα, χρόνια μετά, να μιλήσει τελείως ωμά για αυτό το πάθος.
Μάλιστα, έτσι προδίδεται η ωριμότητα: Η ιστορία του παρελθόντας είναι λιτή και απέχει από αποφάσεις – φαίνεται ξεκάθαρα πως το παρελθόν έχει ολοκληρωθεί και κλείσει, έχει τυλιχθεί και αποθηκευτεί σε κάποιο σκοροντούλαπο της ψυχής, μαζί με τους θεατρανθρώπους που κάποτε γνώρισε η Λάρα.
Αυτό που σίγουρα πετυχαίνει η Πάτσετ, είναι το ότι έχω όρεξη να διαβάσω το Η μικρή μας πόλη και μάλλον αυτή ήταν και η προσωπική της φιλοδοξία [Αν τούτο εδώ το μυθιστόρημα έχει ένα στόχο, αυτός είναι να στρέψει ξανά τους αναγνώστες στη Μικρή μας πόλη, αλλά και σ’ όλο το έργο του Γουάιλντερ. Εκεί είναι η χαρά].





































Leave a Reply