«Μα γιατί θέλεις να συνδέσεις αυτό που ονομάζεις νοσταλγία μου, αυτή την άνοιξη της θηλυκότητάς μου, αυτό που προξένησε η ψυχή στο σώμα μου, με την έννοια της αρρώστιας; Η ευτυχία είναι.. αρρώστια; Κι ούτε επιπολαιότητα είναι βέβαια, αλλά ζωή, ζωή με ηδονή και πόνο, και ζωή με ελπίδα, με εκείνη την επίδα για την οποία δεν μπορεί να μας διαφωτίσει η λογική».
Οι ήρωες – ειδικά η Ροζαλί Φον Τίμλερ – χαρακτηρίζονται από μια εσωστρέφεια και μόνιμη αναζήτηση του εαυτού τους και έτσι συχνά αυτοί οι μονόλογοι, που σήμερα θα ήταν ταιριαστοί στο ντιβάνι, καταλήγουν σε μερικές παχυλές παραγράφους, πραγματικά ιδιαίτερες. Περισσότερο σου αφήνουν την αίσθηση σαν να παρακούς κάποιον που μονολογεί ενώ μοιράζεστε ένα σπίτι και πλέον το μουρμουρητό τους αρχίζει και παίρνει κανονικότατη μορφή, η αστική ντροπή του να ‘να μην μιλάς στον εαυτό σου σα τρελός’ αρχίζει και ξεθωριάζει και πλέον τους ακούς κανονικά, να έχουν συντροφιά την ψυχή τους.
Σε κάποια σημεία ένιωσα άβολα, σε κάποια το αποδέχτηκα, όπως ακριβώς νιώθω όταν συναντώ το χαρακτηριστικό αυτό και στη ζωή εκτός βιβλίων.
Μητέρα και κόρη θυμίζουν μια θερμή απεικόνιση της φθινοπωρινής σονάτας του Bergman (ή πονεμένη άνοιξη ή άνοιξη της θηλυκότητας για να είμαστε πιστοί στο κείμενο): Η Ροζαλί παθιάζεται συχνά με την πνευματικότητα της φύσης και αφήνεται σε μια παιδική ντροπή των αισθήσεων, ενώ η Άννα περιφρουρείται από την περηφάνια και την χαρά του πολέμου της διαλεκτικής, βέβαιη πως ο έρωτας πρόκειται για την παραπλάνηση των αισθήσεων (ε και;).
Η Άννα εάν και νεαρή, έχει μια σφιγμένη καρδιά (ο Μαν υπονοεί πως η πηγή αυτού είναι το ‘κακό’ της πόδι) και αφιερώνεται στην αναζητηση της πρακτικής πλευράς των πραγμάτων, ίδια με παιδί που μιμείται ενήλικα – έναν κυνικό στριφνό ενήλικα που χαραμίζει τα χρόνια του, υπηρετώντας τη γραφειοκρατία και αστυνομεύοντας το φουντωμα της μητέρας, ζώντας στο ‘έτος δείνα’, πάντα σε ένα μέρος που περιμένει να ξεσπάσει πόλεμος. Η Άννα δοσμένη στους παγερούς χειμώνες και η Ροζαλί στην φρεσκάδα των αισθήσεων, παλεύουν η μία την άλλη, ενώ και οι δύο ‘στερούνται’ όσα η κοινωνία υμνεί, την αιώνια νεότητα και την παραδοσιακή “υγεία”.





































Leave a Reply