«Γιατί δεν γελάς;» τη ρώτησε. «Ποτέ δεν γελάς με κάτι αστείο. Μόνο όταν κάτι είναι παράξενο ή παράταιρο, και τότε σχεδόν φαίνεται να υποφέρεις».
Εκείνη έσκυψε το κεφάλι της σαν να είχε δεχτεί επίπληξη.
«Μακάρι να γελούσες μαζί μου, έστω μόνο για μια στιγμή. Αισθάνομαι ότι θα απελευθέρωνε κάτι μέσα σου».
«Μα…» Τον κοίταξε με βλέμμα φοβισμένο, βασανισμένο. «Γελάω μαζί σου. Αλήθεια».
«Ποτέ! Πάντα υπάρχει μια ένταση. Όταν γελάς, θα μπορούσα να κλάψω. Είναι λες και το γέλιο σου δείχνει πόσο υποφέρεις. Κάνει την ψυχή μου να σφίγγεται και με βυθίζει σε σκέψεις».
Πολύ ιδιαίτερο αναγνωστικό ταξίδι, μάλιστα κουβαλάω τις 650 σελίδες γιών και εραστών καιρό τώρα, επιμένοντας να πολεμάω έτσι την υγεία του αυχένα μου.
Η χαριτωμένη δασκάλα Γετρούδη ερωτεύεται και παντρεύεται έναν ανθρακωρύχο και εντός μηνών αυτού το γάμου, συνειδητοποιεί πως η περιουσία του άντρα της δεν υπάρχει, αλλά αυτό που υπάρχει είναι ένα πρόβλημα αλκοολισμού. Η Γετρούδη θα περάσει την υπόλοιπη ζωή της ζωντανή, αλλά και πεθαμένη. Θα έχει μέσα της έναν εαυτό προδομένο, βουτηγμένο στη στεναχώρια και στα αδιέξοδα, ζώντας μέσα από τους γιούς της.
Είναι εμφανές πως είναι μια ιστορία φροϋδικού ηλεκτροσόκ – όμως! Ο Πολ (ο δεύτερος γιος και η αυτοβιογραφική περσόνα του Λώρενς) δεν είναι απλά ένας γιός ερωτευμένος με τη μητέρα του, δεν είναι απλά ο γιος που δεν αφήνει καμία άλλη να κάτσει στην καρέκλα της Μητέρας – ο Πολ είναι η μητέρα του. Η Γετρούδη δεν έγινε ο Πολ, αλλά ο Πολ εσωτερίκευσε αυτόν τον κρυφό της εαυτό, τον εαυτό της μελαγχολίας και του ανεκπλήρωτου, που αφορά περισσότερο μια χρονική περίοδο παρά έναν άνθρωπο. Τι άλλο μπορεί να είναι Πολ παρά η νεαρή έγκυος δασκάλα, πλέον άφραγκη αρκετά κυριολεκτικά, που περιμένει τον μπεκρή σύζυγο της να παίξει ρωσική ρουλέτα πάνω της;
Η γλώσσα του Λώρενς απλή, με όμορφες περιγραφές της εξοχής και αυθεντικούς διαλόγους – το δυνατό του σημείο. Σκεφτόμουν πως κάνει έντονες επαναλήψεις που η σημερινή λογοτεχνική πραγματικότητα θα αντιμετώπιζε με περιφρόνηση, όμως υπάρχει μεγάλη γοητεία όταν γίνονται μέσα σε ένα βασανισμένο μυαλό, και με λέξεις προσεκτικά διαλεγμένες να ακούγονται λες και πέφτουν σε δίνη. Σε πολλά σημεία το έχει καταφέρει αυτό.
Το χρονικό των Μορέλ δεν κουράζει. Είναι ένα ανάγνωσμα που χωράει ζωές ολόκληρες και δεν θα έπρεπε να στερηθεί κοψίματα προκειμένου να νιώσει ο αναγνώστης πως το ιδανικό είναι δεκαετίας – σφηνάκια. Ίσα – ίσα, μικρό είναι, λαμβάνοντας υπόψη πως ο Λώρενς επιχείρησε να χωρέσει εκεί μέσα τόσα.
Στο πέρασμα των ετών σηκώνεται η κουρτίνα και τα υπόλοιπα Μορέλ παιδιά, μαζί με τον κύριο Μορέλ, εξαφανίζονται από το προσκήνιο. Το βλέμμα μένει στη μητέρα, τον Πολ και τις Μίριαμ και Κλάρα, τις δύο νεαρές που ο Πολ τις άφησε να ανταγωνίζονται τα ατσαλένια μπλε μάτια της μητέρας του. Η Μίριαμ είναι η Πνευματικότητα και η Κλάρα η Λαγνεία (η δεύτερη θυμίζει λίγος τις Βοστονέζες του Τζέιμς). Το βρήκα κομψό λογοτεχνικό τρικ διχοτόμησης των ανθρώπινων αναγκών λαμβάνοντας υπόψη τη θέσης της Εκκλησίας όταν το έργο δημοσιεύθηκε.
Ο Πολ παντού πνίγεται και παντού δεν χωράει, αλλά όλο κάτι θέλει, όλο και κάπου προσπαθεί να βρει τη λεγόμενη θαλπωρή. Η μελαγχολία και τα πινέλα του τον κάνουν γοητευτικό, αλλά σε πολλά σημεία αποκαλύπτεται η παιδική του, αντρική αφέλεια. Για παράδειγμα φαίνεται να αγαπάει γρήγορα τη γυναικεία σιωπή, εντυπωσιασμένος από την ανωτερότητα του πνεύματος, νομίζοντας πως εάν βρει το κλειδί και ξεκλειδώσει αυτή τη σιωπή, τότε θα εντυπωσιαστεί από ένα γυναικείο μεγαλείο τρυφερότητας και ανιδιοτέλειας, ή ακόμα χειρότερα, θαυμασμού προς το πρόσωπό του. Τι απογοήτευση που παίρνει όταν βλέπει πως εκεί μέσα δεν κρύβεται αυτός, ως Βασιλιάς και καμία δεν ξυπνάει και κοιμάται με τη σκέψη της γαλούχησης των γοήτρων της προκειμένου να την παντρευτεί. Συχνά μάλιστα το ακριβώς αντίθετο – οι σιωπηλές κοπέλες τον περιφρονούν.
Τα δύο γόνιμα θέματα είναι η Τάξη, η ζωή των ανθρακωρύχων, εάν και ο Μορέλ ήταν ένας ακόμα κοινός ψεύτης. Απλά εάν άνηκε σε άλλη τάξη δεν θα χρειαζόταν η Γετρούδη να υποφέρει τόσο και κατά συνέχεια, ως μοναδική φροντιστήρια των παιδιών, θα τα μεγάλωνε με μια απόσταση και όχι ως μικρό στρατό.
Το άλλο θέμα είναι ο φεμινισμός: Σε πολλά ο Λώρενς λάμπει. Όπως οι περιγραφές κακοποίησης της μητέρας, το πώς η Μίριαμ διψάει για Γαλλικά (και για Θεό δυστυχώς) και για το πώς η Κλάρα ως χωρισμένη γυναίκα έδωσε μια μάχη σουφραζέτας και πήγαινε στο θέατρο με άλλους και με μπράτσα γυμνά (τόσο ερωτικά είναι τα μπράτσα πια; ) Σε άλλα σημεία ο αφηγητής φαίνεται πως λογίζει τον Πολ όντως σα το κέντρο του σύμπαντος. Αλλά αναμενόμενο, εφόσον, ίσως, μιλούσε για τον εαυτό του.
Όπως και να έχει το απόλαυσα. Θα πιάσω και άλλα του Λώρενς με την πρώτη ευκαιρία.
“Can you understand? Someone, somewhere, can you understand me a little, love me a little? For all my despair, for all my ideals, for all that – I love life. But it is hard, and I have so much – so very much to learn.” — Sylvia Plath
Leave a Reply