
Το “Dandelion Wine”του Ray Bradbury, το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα σε εξαιρετικά ζωντανή απόδοση του Βασίλη Δουβίτσα ως «Κρασί του θέρους» (οι πικραλίδες, βέβαια, είναι το σήμα-κατατεθέν εκείνου του αλησμόνητου καλοκαιριού που έζησε ο 12χρονος Ντάγκλας-μυθιστορηματική περσόνα του ίδιου του Ρέι), αποτελεί μια βαθιά νοσταλγική και γνήσια αισιόδοξη ιστορία διάχυτου και διαχυμένου παιχνιδίσματος που (δεν) έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.
Ο συγγραφέας φημίζεται για την αριστοτεχνική διάπλαση δυστοπιών (όπως στο αξεπέραστο «Φαρενάιτ 451»), αλλά εδώ με πρώτη ύλη το κρασί από πικραλίδες συνθέτει σαν κολάζ από βιώματα-ψηφίδες μια ευτοπία αρωμάτων, ψιθύρων, αγγιγμάτων- γρατζουνιών, ένα γαϊτανάκι προσώπων και πραγμάτων, φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος που αντέχει στο πέρασμα του πανδαμάτορα χρόνου. Η προϋπόθεση, όμως, για ν’ αντέξει είναι να πάρει τη μορφή των μικρών στιγμών, ένα ενσταντανέ-μωσαϊκό αισθητών αισθήσεων την εποχή της μη διαψευσμένης αθωότητας.
Μολονότι το μυθιστόρημα του Bradbury κινείται σε ρεαλιστικό επίπεδο, κατά βάθος αποτελεί ταξίδι στο χρόνο, ενώνοντας σα να μην έχουν διαρραγεί ποτέ τις ρωγμές του παρελθόντος (νοσταλγία), του παρόντος (ζήση) και του μέλλοντος (υπόσχεση). Δεν είναι, εξάλλου, τυχαίο σχετικά με τη γέφυρα μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, ουρανού και γης, ότι, εμπνευσμένοι από το έργο του Bradbury, αστροναύτες της διαστημικής αποστολής Apollo 15 έδωσαν την ονομασία “Dandelion” σε σεληνιακό κρατήρα.
Πρώτο βασικό προτέρημα του βιβλίου είναι ότι κατορθώνει να μοιραστεί ένα αυθεντικό μήνυμα αισιοδοξίας, χωρίς να καταφεύγει ούτε στιγμή στις αυτοβελτιωτικές ευκολίες, στα ευτυχιοκρατικά μαντζούνια του από καθέδρας life coaching. Αρκεί να έχουμε ανοιχτές κεραίες στο κάλεσμα του σύμπαντος κόσμου μετουσιώνοντάς την περιρρέουσα ατμόσφαιρα σε μια καθημερινή πρό(σ)κληση να γευτούμε τους χυμούς μιας στιγμιαίας (εξ ου) και αιώνιας νιότης κι όλα μπορούν να συμβούν. Είτε στο αγροτικό Ιλινόι των ΗΠΑ της ποτοαπαγόρευσης είτε στη μεταπολιτική Ελλάδα 2.0 των χαμηλών προσδοκιών, η μοναδική συνταγή να νιώσουμε όμορφα με εμάς και τα πρόσωπα-κοινωνικά όντα γύρω μας είναι να βρούμε την ξεχωριστή μας απτή, διόλου μαγική, συνταγή να συνυπάρχουμε ελεύθερα με τους ανθρώπους και εν γένει τα πλάσματα που μας περιβάλλουν και τα περιβάλλουμε, με το χώμα και τ’ αστέρια, τις λιακάδες και τις βροχές μας, καταθέτοντας στο χαρτί ή διά ζώσης την πιο αληθινή μας αλήθεια.
Δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ότι η περιήγηση το καλοκαίρι του Ντάγκλας μας κάνει να βγαίνουμε ανάλαφρα συνειδητοποιημένοι, καθώς συντρίβονται απαλά όλοι οι προκατασκευασμένοι ρόλοι, όλα τα αναμασημένα στερεότυπα. Έτσι, στο εύτοπο καλοκαίρι του Bradbury μπορούν κάλλιστα να συντονίζονται, να συνομιλούν και να συνυπάρχουν ανέμελα παιδιά στη χαραυγή της ήβης τους κι ένας απόστρατος συνταγματάρχης στη δύση των σιριτιών του.
Κι αν πάντα το ξεχνάμε, κι αφηνόμαστε ξανά και ξανά όταν ξεκαλοκαιριάζει στη ρουτινιάρικη καχυποψία των συμφεροντολογικών συναναστροφών μας, η κατακλείδα του βιβλίου μας υπενθυμίζει όχι σαν καμπανάκι κινδύνου, αλλά σαν αέρινο σκούντημα, ότι ακόμα κι αν «τα ξημερώματα του Ιούνη, τα μεσημέρια του Ιούλη και τα βράδια του Αυγούστου είχαν τελειώσει, ήταν πίσω για τα καλά, έφυγαν και χάθηκαν για πάντα … το κρασί από πικραλίδες έστεκε μέσα στο κελάρι, σε έναν τεράστιο αριθμό μπουκαλιών, ένα για την καθεμία μέρα…».




































Leave a Reply