«Ο κόμης Χογνίτσκι συνήθιζε να λέει ότι ο Κάιζερ δεν είναι παρά ένα άμυαλο γερόντιο, η κυβέρνηση μια συμμορία κατεργαρέων, το κοινοβούλιο μια συνάθροιση ευκολόπιστων και άβουλων ηλίθιων, οι κρατικές Αρχές διεφθαρμένες, δειλές και ράθυμες. Οι γερμανικής καταγωγής Αυστριακοί ήταν χορευτές του βαλς και τραγουδιστές της δεκάρας, οι Ούγγροι βρωμούσαν, οι Τσέχοι ήταν γεννημένοι λούστροι, οι Ρουθένοι κρυφοί και προδότες Ρώσοι, οι Κροάτες και οι Σλοβένοι, τους οποίους αποκαλούσε «Κροβότες κα Σλαβίνους», βουρτσοποιοί και καστανάδες, και οι Πολωνοί, στους οποίους βέβαια συγκαταλεγόταν και ο ίδιος, ερωτύλοι, κομμωτές και φωτογράφοι μόδας».
Γνωριμία με τον Γιόζεφ Ροτ υπό τις μελωδίες του Johann Strauss I, το Εμβατήριο Ραντέτσκυ κατά τον πόλεμο των επτά εβδομάδων. Η ιστορία μίλησε, κρίνοντας αυτό το έργο του Ροτ ως το σημαντικότερο μέσα από τις περιγραφές των γενεών της οικογένειας φον Τρόττα. Μάλιστα εάν έλειπαν οι περιγραφές για τους Τρόττα θα ήταν ένα ιστορικό βιβλίο με ζωηρές περιγραφές.
Όλα αρχίζουν με τον Σλοβένο παππού, ο οποίος στη μάχη του Σολφερίνο σώζει τη ζωή του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ Α΄ και αποκτά τίτλο ευγενείας, άρα το να σκαρφαλώσει ο γιος του στα ανώτερα στρατιωτικά κλιμάκια της κρατικής διοίκησης είναι μονόδρομος. Στις περισσότερες σελίδες ακολουθούμε τον επόμενο σπόρο της οικογένειας, ο οποίος ακολουθεί στρατιωτική πορεία επίσης, σαν κάποια κακιά μοίρα που υπήρξε πριν γεννηθεί, κι έτσι περνάει τη ζωή του μελετώντας το πορτραίτο του παππού ως το σύμβολο του αρσενικού θεού, σκεπτόμενος όλες τις εκλάμψεις γήρατος της οικογένειάς του, ίδιες με το γήρας της Aυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και τον αυτοκράτορα.
Είναι ένα μεγάλο έργο με διαφορετικές ιστορίες: ο θάνατος μιας αγαπημένης, μια μονομαχία, η κατασκευή ενός πορτραίτου, ο θάνατος ενός υπηρέτη και άλλα πολλά που λειτουργήσαν διαφορετικά, από τη μια συχνά ασύνδετα, χωρίς να είμαι σε θέση μέχρι και τώρα να διαμορφώσω το συνολικό αφήγημα ως πορεία μιας γενιάς, αλλά δίνοντας πολλές ευκαιρείς στον αφηγητή να γοητεύσει με διαφορετική θεματολογία. Ο θάνατος του υπηρέτη υπήρξε μέσα μου σαν Τα απομεινάρια μιας μέρας, η τιμή της μονομαχίας ως Μπάρι Λίντον, οι ομοιόμορφες αλληγορικές αράδες της σύντομης επιστολογραφίας του πατέρα – γιου ως τα γράμματα του Κάφκα (άτολμος, αβέβαιος και αμήχανος γύρω από την προσφώνηση μπαμπά), και το γενεαλογικό τοπίο ως ένα εταιρικό οργανόγραμμά, ως ένα μάθημα συστημικής ψυχολογίας.
Ανά δύο ή τρεις σελίδες συναντάει κανείς κάτι αστείο και έξυπνο (πχ οι ψείρες είναι χειρότερο θηρίο από τον λύκο), όμως έπρεπε συχνά να σπρώχνω τον εαυτό μου να προχωρήσει παρακάτω, ίσως γιατί είναι αρκετές οι διακλαδώσεις ή η επιμονή στις αναφορές στη στρατιωτική ενδυμασία ή η απογοητευτική έλλειψη γυναικείων χαρακτήρων (όχι καλογραμμένων – και αυτό-, αλλά γενικά μιλώντας, έστω και σαν χάρτινες καρικατούρες). Τόση ευφυΐα ξοδεμένη όταν ένα ζευγάρι έχει διαφορά ηλικίας, η γυναικά μεγαλύτερη και επιμένει ο συγγραφέας να την ορίζει αυστηρά και μόνο μέσα από το αφηρημένο μητρικό ένστικτο για τον εραστή της. Μου έλειψε μέσα στην όλη γερμανοαυστριακότητα ο Τσβάιχ με τα ρομαντικά του, ο Φρόιντ με τα πιο ψυχολογικά του και ο Φάλαντα που ξέρει δυο ή τρία πραγματάκια καλύτερα για σναπς.
Παντού αντανακλάσεις σε καθρέπτες, η μορφή των αντρών της γενιάς έδιναν την αίσθηση πως ξεφύτρωσαν λες και δεν είχαν μάνα ή κάποια αδερφή. Η ευθεία αντρική γραμμή από την αρχή της ζωής, το παιδικό δέος για τον παππού πίσω από τον πατερά, η αυστηρότητα και οι κανόνες-κανονιές του φαίνεθσαι, μέχρι την υποτιθέμενη επιλογή επαγγέλματος όπως την υπαγορεύει ο πατέρας. Όλο υποταγή στην τιμή, μέχρι το γήρας να φέρει το φέρετρο που μπαίνει βαθιά στη γη.
Ταυτόχρονα υπάρχουν και έξυπνα αφηγηματικά τεχνάσματα όπου ο συγγραφέας παριστάνει τον αφηγητή που παριστάνει τον ήρωα, όπου η φωνή του ενός διακοπεί τον άλλον, φτιάχνοντας μια καθαρή εικόνα, όλο ρυθμό ανάγνωσης, ένα ακόμα μελωδικό εμβατήριο. Ακόμα και όταν ο νεαρός Γιόζεφ παρά πίνει, σαν να μεθάει λιγάκι ο αφηγητής, πιο γενναιόδωρος με τα θαυμαστικά, πιο πικάντικος, πιο υπερβολικός για τον θρήνο της πτώσης της Αυτοκρατορίας και τον φόβο της αγάπης που του περάστηκε σαν γάλα που θήλασε από την άγνωστη θηλυκή μορφή. Όσο κυλάνε οι σελίδες τόσο ο Γιόζεφ σοβαρεύει, κάτι που κρατάει το ενδιαφέρον και από υποτονικό το ταράζει, ανά σελίδες.
Τι υπάρχει λοιπόν στα αλήθεια; δόκιμοι, περιφερειακοί διοικητές, ανθυπολοχαγοί ταγματάρχες, αρμοστές, περιφερειακοί επίτροποι και ένα τάγμα τουφεκιοφόρων, όλοι μέσα στα πηλίκα, με άτονα και πέτρινα πρόσωπα, σαν ασάλευτη διμοιρία που υπηρετούν τον υπέργηρο μονάρχη, κυνηγάνε τον πόλεμο, επιμένουν στο δικαίωμά τους στα σπιρούνια του πατριωτισμού και της οικογενειακής τιμής.





































Leave a Reply