«Πράγματι, δεν υπήρχε από τη μεριά της κυρίας ντε Παρν κανένα ίχνος αυστηρότητας ή αντίστασης. Αναλογίστηκε ωστόσο ότι, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, θα μπορούσε κάλλιστα να υπάρχει μια ελαφριά υποψία φιλαρέσκειας. Υπάρχουν πανέμορφες γυναίκες ανά τον κόσμο που αφήνουν να τους φιλήσουν το χέρι, όπως ο Πάπας αφήνει να του φιλήσουν το σανδάλι: είναι μια φιλανθρώπινη τυπικότητα· τόσο το καλύτερο για εκείνον που τους οδηγεί στον παράδεισο».
Συχνά οι συγγραφείς ακούνε πως πρέπει να δέχονται με καλή διάθεση την κριτική, πώς γράφουν για τον εαυτό τους. Κάτι τόσο προσωπικό και διαφορετικό για τον καθένα, παίρνει την ίδια απάντηση – οδοστρωτήρα. Ο Μυσσέ παρά τη σπάνια ωριμότητα που από τα νεαρά του χρόνια είχε, για μια περίοδο ηττήθηκε από τις αρνητικές κριτικές. Μάλιστα εγκατέλειψε τα νομικά και την ιατρική για να γράψει τη Βενετσιάνικη νύχτα, αλλά η αποτυχία του θεατρικού του, τον ρίχνει (όλο τρυφερότητα) στην κοσμική ζωή και πια γράφει ελάχιστα, αφιερωμένος σε άλλες ευτυχίες. Κάποια έργα του γνωρίζουν μικρή επιτυχία, αλλά πλέον έχει γνωρίσει τη Γεωργία Σάνδη, η ζωή του αλλάζει και το λογοτεχνικό του όραμα επίσης.
Μιας και η εμμονή μου με τους εκπροσώπους του ρομαντισμού έχει θεριέψει, δεν αντιστάθηκα στον Μυσσέ. Η ιστορία τον απεικονίζει ως ορμητικό, ιδιοφυή και ερωτευμένο, όλο βίαια πάθη. Δεν απογοητεύτηκα εάν και συχνά νιώθω πως διαβάζω το ίδιο (έξοχο) κείμενο ξανά και ξανά: Κάποια οπτασία κρατάει ένα κεντητό πολύτιμο μαντίλι και κάποιος ευαίσθητος νέος, μολυσμένος από τον πόθο του ιδανικού, χάνει το μυαλό του προσπαθώντας να χωθεί στα κοσμικά της τραπέζια.
Στην όμορφη αυτή συλλογή τριών ιστοριών, οι ευμετάβλητοι χαρακτήρες συνδέονται με την εξερεύνηση της διαφθοράς και την απελπισία των πολλών ελκυστικών επιλογών, όλο πνεύμα και ειρωνεία, με ξεσπάσματα φλόγας και νοσταλγίας. Ευτυχώς, όσο υπάρχουν κόμισες που επιχειρούν να αποδράσουν από την ανιαρή ζωή τους, τόσο υπάρχουν και ενθουσιασμένοι εθελοντές.
Ενδιαφέρον το ότι ο συγγραφέας απευθύνεται στην άγνωστη αναγνώστρια, χωρίς το έργο του να είναι μια επιστολική ιστορία, άρα πιθανό να πρόκειται για κάποιο ευφάνταστο ερωτικό τέχνασμα αποπλάνησης, μιας και ο Μυσσέ ίσως να έκρινε πως το αναγνωστικό του κοινό θα ήταν γεμάτο από γυναίκες που μπορεί να κολακεύονταν από αυτό το λεκτικό άγγιγμα ενός αφηγητή από την άλλη όχθη.





































Leave a Reply