
Στο “Τέκνο του Θεού”, ένα ακόμα πετράδι στην πολύτιμη συλλογή λογοτεχνικού πλούτου της σειράς Aldina των εκδόσεων Gutenberg, σε ακριβόλογη και ζωντανή μετάφραση του Παναγιώτη Κεχαγιά (μολονότι πάντοτε το ηχητικό αποτύπωμα των αγγλόφωνων λέξεων του McCarthy είναι ένα αναντικατάστατο κομψοτέχνημα), ο προσφάτως εκλιπών Cormac McCarthy, ένας εκ των σπουδαιότερων Αμερικανών συγγραφέων του 20ου αιώνα, σε ένα από τα πρώιμα έργα του (1973) καταπιάνεται μαεστρικά με το διαχρονικά αγαπημένο του θέμα: το απύθμενο βάθος των σκοταδιών της ανθρώπινης φύσης τοποθετημένης μέσα και σε αλληλεπίδραση με το φυσικό περιβάλλον, άλλοτε ακατέργαστο τόπο-σημαδεμένο σημείο του “μοναχικού άγριου” άλλοτε αλλοιωμένη περιοχή-συνοικία μετά τη ριζική επέμβαση του “πολιτισμένου εαυτού”.
Ιδίως σε πέντε σημεία του βιβλίου ξεδιπλώνεται αριστοτεχνικά η καταβύθιση του αντι-ήρωα Μπάλαρντ στις ατραπούς της τρέλας (ή μήπως μιας διαφορετικής λογικής;) και της ανηθικότητας (ή μήπως μιας μηδενιστικής τακτικής επιβίωσης σε έναν κόσμο “ο σώζων εαυτόν σωθήτω”;):
α) η πανηγυρική έξωση από την ιδιοκτησία-σύμπαν του για μια επωφελέστερη αξιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων στην ελεύθερη αγορά,
β) το πρώτο στυγερό έγκλημα που διαπράττει (δοσμένο με μια ανατριχιαστικά σκληρή περιγραφή της τελετουργίας διαδοχικών προσβολών των θεμελιωδέστερων έννομων αγαθών με μια αντικειμενικά φρικώδη, υποκειμενικά τρυφερή κατάληξη στην -κατά την ταπεινή μου γνώμη- κορυφαία σκηνή του βιβλίου),
γ) ο εθισμός στη ρουτίνα του παράνομου και του φυγά μέσα σε μια “κανονικότητα” καθήκοντος, κουτσομπολιού με μότο “ας κάνει ό, τι θέλει αλλά μακριά απ’ το σπίτι μου”,
δ) η φιλοσοφική ενατένιση των δημόσιων αξιωματούχων και των πιο αναγνωρίσιμων μελών της κοινότητας γύρω από την περσόνα του σχετικά με το εάν οι άνθρωποι ήταν πιο κακοί κάποτε ή σήμερα (“Πιστεύεις πως οι άνθρωποι ήταν πιο κακοί τότε απ’ ό, τι σήμερα; είπε ο βοηθός σερίφη.
Ο γέρος κοιτούσε την πλημμυρισμένη πόλη. Όχι, είπε. Δεν το πιστεύω. Πιστεύω πως οι άνθρωποι είναι ίδιοι από τη μέρα που ο Θεός έφτιαξε τον πρώτο”),
ε) η τυπική επισφράγιση του χωρίς επιστροφή καρουζέλ του στα φαράγγια της τρέλας, η αμετάκλητη αποβολή του “παρεκκλίνοντος” από τους κόλπους μιας μάλλον φιλήσυχης (μη) κοινότητας μεμονωμένων ατόμων-οικογενειών, για την οποία ο McCarthy αναφέρει ελάχιστα από όσα συμβαίνουν πίσω από τις κουρτίνες.
Αυτή η απουσία αναφοράς ενός έστω και σύντομου background των καθοριστικών προσώπων που συναναστρέφεται (ή ακριβέστερα αντιμετωπίζει σε ένα διαρκές ξεκαθάρισμα λογαριασμών) ο Μπάλαρντ, μολονότι απολύτως σεβαστή και ευφυής ως αφηγηματική επιλογή, ήταν το μόνο στοιχείο που μου έλειψε από το εν λόγω -κατά τα λοιπά αψεγάδιαστο- ντόμινο αγριοτήτων, οι οποίες παρατίθενται μέσα από τον κινηματογραφικό φακό ενός απλού παρατηρητή χωρίς ποτέ ο συγγραφέας να παρεμβαίνει πατερναλιστικά στην πλοκή για να εξηγήσει ή να αποδοκιμάσει τις σοκαριστικές επιλογές του πρωταγωνιστή.
Ενδεικτικά, ένα υπέροχο χωρίο που συμπυκνώνει την αδιάρρηκτη σχέση ανθρώπου-φύσης, φωτός-σκοταδιού στο αηθικό (αλλά επουδενί ανήθικο), απογυμνωμένο από τεχνητές φιοριτούρες, σύμπαν του McCarthy:
“Η θλίψη και ο φόβος του βάθαιναν με κάθε φύλλο που άγγιζε το πρόσωπό του. Κάθε φύλλο που περνούσε το έβλεπε για τελευταία φορά. Κυλούσαν πάνω στο πρόσωπό του σαν πέπλα, κάποια ήδη κίτρινα, με τις φλέβες τους σαν λεπτά κόκαλα στο φως του ήλιου. Ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει γιατί δεν υπήρχε γυρισμός και ο κόσμος εκείνη τη μέρα ήταν πανέμορφος όπως και κάθε άλλη μέρα από την αρχή του κόσμου και ο Μπάλαρντ πήγαινε ίσια στο χαμό του”.




































Leave a Reply