«Δεν υπάρχει τίποτα πίσω απ’ όλα αυτά, είναι απλώς μια σύμπτωση. Έτσι λειτουργεί ο κόσμος. Δεν σου λέω μόνο για σένα και το μπούλινγκ σου. Υπάρχει έστω και ένα πράγμα στον κόσμο που συμβαίνει για κάποιο λόγο; Είμαι σχεδόν σίγουρος πως η απάντηση είναι όχι. Ναι, οκέι, αφού συμβεί κάτι, μπορείς να βρεις όλων των ειδών τις εξηγήσεις που μπορεί να δείχνουν απολύτως λογικές. Αλλά όλα ξεκινούν από το τίποτα. Πάντα. Γεννήθηκες χωρίς λόγο, το ίδιο κι εγώ».
Το τεμπέλικο μάτι, είναι το χαρακτηριστικό του έφηβου αφηγητή, το οποίο κατηγορεί κρίνοντας πως τον στοχοποιεί και είναι υπεύθυνο για τα δεινά του. Πράγματι- στους όμορφους συγχωρούμε, χαρίζουμε, στρογγυλεύουμε υπέρ τους. Βέβαια η νεαρή συμμαθήτριά του -κι εκείνη θύμα αδυσώπητου και βαθύτατα τραυματικού σχολικού εκφοβισμού- θέτει το εύλογο ερώτημα: τι σχέση έχει η απουσία ομορφιάς με το τεμπέλικο μάτι; Η ίδια η Κοτζίμα στέκεται στην αντιπέρα όχθη, βρώμικη και έξυπνη, βέβαιη πως τα μη συμβατικά χαρακτηριστικά είναι μοναδικά στοιχεία, απαράμιλλής ομορφιάς. Η φιλοσοφία της αποκαλύπτεται όταν μιλά για την οικογένειά της: η μητέρα της λυπόταν τον πατέρα της για ένα αντίστοιχο χαρακτηριστικό και σύμφωνα με το κορίτσι ο εσωτερικός της συλλογισμός ήταν αψεγάδιαστος. Το μοναδικό που της προσάπτει είναι πως κάποτε σταμάτησε να τον λυπάται, εννοώντας πως αυτή η λύπηση είχε λύπη, η λύπη ευαισθησία και η ευαισθησία καλοσύνη που θέριεψε σε αγάπη. Όταν η μητέρα τον αντιμετώπισε κοινά, οδηγήθηκε στα αποκαΐδια του έρωτα.
Διακόσιες πενήντα σελίδες σε απλή γλώσσα που έρχεται σε ευγενική ισορροπία με το νεαρό της ηλικίας τους και νοσταλγικές εικόνες της δεκαετίας του 90’ τις οποίες η ‘βασίλισσα της σύγχρονης ιαπωνικής λογοτεχνίας’ παραδίδει αβίαστα. Η έκδοση προσεγμένη και λιτή. Μου πήρε δύο ημέρες η ανάγνωση, μιας και διαβάζεται περισσότερο με τον ιππόκαμπο όπου έχουν φυλαχθεί οι παιδικές αναμνήσεις, παρά με την ενήλικη προσοχή.
Η καρδιά του έργου βρίσκεται στην παιδική ωμότητα και στην παιδική ευαισθησία – τα χαρακτηριστικά με τα οποία νοιώθω πως υπάρχουμε από σχεδόν πάντα. Βράζουν και τα δύο μέσα μας και τα καμουφλάρουμε ή τα σερβίρουμε όπως καλύτερα μαθαίνουμε μεγαλώνοντας. Αλλά ο σπόρος του σαδισμού ή της επιστολικής τρυφερής εξομολόγησης δεν είναι κάτι ιδιαίτερα μακριά. Όπως και ο Παράδεισος, είναι όσο μακριά είναι το τρένο από τη μια πόλη στην άλλη.





































Leave a Reply