
Tο αφήγημα του Herman Melville, “Μπάρτλμπυ, ο γραφέας”, το οποίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Άγρα σε εξαιρετική μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου συνοδευόμενο από ένα εκπληκτικό δοκίμιο-επίμετρο του Gilles Deleuze, 170 χρόνια μετά τη συγγραφή του εντυπωσιάζει για την επικαιρότητα του μηνύματός του αναφορικά με τη μετα-βιομηχανική κοινωνία της αλλοτρίωσης.
Τα τέσσερα σημεία, δίχως σπόιλερ, που μπορούμε να κρατήσουμε ως τροφή για περαιτέρω αναστοχασμό σε διαπροσωπικό και κοινωνικό επίπεδο είναι τα εξής:
Πρώτον, τόσο ο εργαζόμενος (στον τομέα της βιομηχανίας ή των υπηρεσιών) την εποχή του Μέλβιλ όσο και ο freelancer απασχολούμενος στην εποχή μας έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό την εσωτερικευμένη πίεση για παραγωγικότητα. Ωστόσο, ειδοποιός διαφορά των δύο αυτών καθημερινών ανθρωπότυπων είναι το δίπολο σταθερότητα-ευελιξία. Οι έχοντες τα μέσα παραγωγής ή/και διεύθυνσης εκλαμβάνουν την πιο άκαμπτη μορφή σταθερότητας, την ακινησία-αδράνεια, ως ψυχοπαθολογική παρέκκλιση και απειλούν τον εργαζόμενο με απόλυση, δηλαδή με μονομερή ανατροπή των συνθηκών ζωής ή, σε περίπτωση που αυτή η απειλή δεν ευοδώσει, με την one click μετακίνηση των συμφερόντων τους μακριά από τον τόπο ύπαρξης του “απροσάρμοστου” εργαζόμενου.
Δεύτερον, η σύνδεση του pay roll με την ανάθεση καθηκόντων στο πλαίσιο ενός λεπτομερέστατα εξειδικευμένου job description (στην προκειμένη περίπτωση, η αντιγραφή νομικών κειμένων) συνεπάγεται την υποκατάσταση του διανθρώπινου αισθήματος εμπιστοσύνης από την αποπροσωποιημένη ιερότητα του εξατομικευμένου συμβολαίου. Έτσι, όταν τα συμπεφωνημένα δεν τηρούνται από το ασθενέστερο μέρος της άνισης σχέσης, μιλάει με χομπσιανούς όρους το ξίφος του Λεβιάθαν, ως εκτελεστότητα του δεδικασμένου (κρατικός Λεβιάθαν), ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας (αγοραίος Λεβιάθαν) ως υλική προσδοκία μυριάδων άλλων non particular persons να αποδεχθούν ανεπιφύλακτα το take it or leave it job description αποβάλλοντας ταυτόχρονα τον αποκλίνοντα-αχάριστο εργαζόμενο από τους κόλπους των “κανονικών ανθρώπων” (κοινωνικός Λεβιάθαν).
Τρίτον, στην πλοκή του αφηγήματος του Μέλβιλ καθοριστικό ρόλο παίζει η αδυναμία του -ούτως ή άλλως ανέφικτου και δυστοπικού στην απολυτότητά του- πλήρους διαχωρισμού μεταξύ προσωπικής και επαγγελματικής ζωής. Από τη μεριά του εργαζόμενου γραφέα Μπάρτλμπυ, οι ανεπίδοτες επιστολές, “τα νεκρά γράμματα” που κλήθηκε κάποτε να διαχειριστεί στο πλαίσιο μιας διεκπεραιωτικής εργασίας τραυμάτισαν για πάντα την ψυχοσύνθεσή του με αποτέλεσμα “να μην προτιμάει” πια να εκτελεί καμιά δουλειά. Από την πλευρά του εργοδότη δικηγόρου, η ατελέσφορη απόπειρα κατανόησης του ιδιαίτερου ψυχισμού αυτού του ανθρώπου χωρίς ιδιαιτερότητες (ιδιότητες) τον οδηγεί στο να δείχνει εξόφθαλμη επιείκεια στις συνεχείς αρνήσεις του Μπάρτλμπυ να εκτελέσει την οποιαδήποτε δουλειά φορτώνοντας με την απραξία (τόσο του εργοδότη-“πατέρα” όσο και του εργαζόμενου-“γιου”) τους άλλους εργαζομένους.
Τέταρτον, το “θα προτιμούσα να μην”, η μόνιμη επωδός του Μπάρτλμπυ, η φράση-μότο που διαταράσσει την επίμονη σιωπή του, είναι η χαμηλών τόνων, απεγνωσμένη προσπάθεια ενός non particular person να ξεκλέψει πίσω από το παραβάν μια αχτίδα ελεύθερης βούλησης σε ένα σκοτεινό σύμπαν αδιόρατων καταναγκασμών. Ως άνθρωπος χωρίς ιδιαιτερότητες (ιδιότητες), όμως, δεν μπορεί, δεν θέλει, δεν πρέπει να αρθρώσει μια θετική αντι-προτίμηση κι έτσι φυλακίζεται ανάμεσα στη διαμορφωμένη μη προτίμηση και στην αδιαμόρφωτη προτίμηση, με γκραμσιανούς όρους ανάμεσα στο παλιό που πεθαίνει και στο νέο που δεν έχει ακόμα γεννηθεί.




































Leave a Reply