«Ο καιρός των ονείρων, δυστυχώς, πέρασε πια για εμένα. Τι θέλατε να γίνει!»
Οι πρώτες σελίδες με πετούσαν μακριά· σκέφτηκα πως ανέπτυξα κάποια αλλεργία στις αναλύσεις των Γάλλων, αλλά κάπου στη σελίδα εβδομήντα, αυτή η παγωμένη καρδιά ξεκίνησε να χτυπάει μέσα από το λογοτεχνικό στηθοσκόπιο του Μπαλζάκ. Μα το κλαδευτήρι του πατέρα μου!
Η Ευγενία, μια νεαρή της γαλλικής επαρχίας, μεγαλώνει ταπεινά, όλο στερήσεις μαζί με τη μητέρα και την κουβερνάντα της. Μεγαλώνει μετρώντας το κερί, τα αυγά ελευθέρας βοσκής και στερούμενη τη ζάχαρη, απολαμβάνοντας μόνο τα χριστιανικά βιτρό, χωρίς φιλοδοξίες και λούσα. Όλα αυτά θα ήταν λογικά πράγματα, εάν ο χονδροειδής πατριάρχης, πατέρας Γκραντέ δεν ήταν ένας πλούσιος πρώην βαρελάς, με τόσα φράγκα χωμένα σε κρυφά μέρη του σπιτιού.
Αυτός είναι και ο πιο ενδιαφέρον και εξωφρενικός χαρακτήρας, βγαλμένος από τη ζωή, ο εμπενίζερ Μίδας του Μπαλζάκ, στερεί και κόβει απ’ όπου μπορεί προκυμμένου να αυξήσει την περιουσία του και ιδανικά να μην την χαρεί ποτέ κανένας. Πλάθεται περισσότερο κωμικά, υπογραμμίζοντας την απληστία και την έλλειψη της ηθικής ως σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή και όλα όσα αυτή έχει.
Η βουκολική ζωή προχωράει μέχρι που φτάνει στο ταπεινό σπιτικό τους ο παριζιάνος δανδής ξάδερφος που μπουκώνεται εύκολα με πέρδικες και ζάχαρη, τον οποίον και ερωτεύεται η Ευγενική Ευγενία· μάλιστα η καρδιά της ξεκλειδώνεται και αποκτά μια καινούρια ανθρώπινη συνείδηση, όλο στοργή για τα δεινά του ξαδέρφου, όλο συνωμοσίες/μηχανορραφίες με τις άλλες γυναίκες ενάντια στο πατριαρχικό σπιτίσιο καθεστώς και όλο εχθρική παρατήρηση προς τις φιλοχρήματες γελοιότητες του πατέρα της.
«Από εκείνη τη μέρα, η ομορφιά της δεσποινίδας Γκραντέ πήρε νέο χαρακτήρα. Οι σοβαρές σκέψης αγάπης από τις οποίες σιγά σιγά κατακλύστηκε η ψυχή της, η αξιοπρέπεια της γυναίκας που αγαπήθηκε έδωσαν στα χαρακτηριστικά της αυτό το είδος της λάμψης που απεικονίζεται από τους ζωγράφους με το φωτοστέφανο. Πριν την άφιξη του ξαδέλφου της, η Ευγενία μπορούσε να συγκριθεί με την Παρθένο πριν τη σύλληψη· όταν αυτός έφυγε έμοιαζε με την Παρθένο Μητέρα: είχε συλλάβει την αγάπη. Αυτές οι δύο Μαρίες, τόσο διαφορετικές και τόσο καλά αποτυπωμένες από κάποιους Ισπανούς ζωγράφους, αποτελούν μια απ’ τις πιο λαμπρές φιγούρες που βρίθουν στον χριστιανισμό».
Η Ευγενία αποκτά επιθυμίες, ενώ είναι γεννημένη για να υποφέρει, χωμένη σε όλη της τη ζωή στην επαρχιώτικη πλήξη, μακριά από τις παριζιάνικες γοητείες, επιμένοντας στην αθωότητα, αφημένη στη μασκαρεμένη τραγωδία που είναι η ζωής της, προδομένη από τον έρωτα της ζωής της που ενώ την επαγρύπνησε, την άφησε απογοητευμένη. Ο Μπαλζάκ φιλοτεχνεί το λεπτομερές πορτραίτο του δέκατου ένατου αιώνα, εξετάζοντας περιεκτικά τη φούντωση του υλισμού και το τι σημαίνει αυτό για την αναζήτηση του αυθεντικού έρωτα σε μια εποχή της έξαρσης των αχαλίνωτων κτήσεων.





































Leave a Reply