«Όποιος έχει βρει τον εαυτό του, δεν μπορεί να χάσει τίποτα στον κόσμο αυτόν».
Στην αρχή της αναγνωστικής μου ζωής διάβασα το τελευταίο έργο του Τσβάιχ και με συνοπτικές διαδικασίες κατάλαβα πως μοιάζει το αγνό, πολύπλοκο διανοητικό ταλέντο της λογοτεχνίας. Πάντα όταν δέχομαι την αμήχανη πρόσκληση του να επιλέξω αγαπημένους συγγραφείς τον προσθέτω, γιατί θυμάμαι πολύ καθαρά πόσο περήφανη υπήρξα τότε για την ανακάλυψή μου. Ο Τσβάιχ είναι αδύνατο να γράψει κάτι άτεχνα, κακότεχνα, άσχημα. Ακόμα και ένα ραβασάκι, ή μια λίστα από τα χέρια του, έχουν απαίδευτη ομορφιά.
Οι πρώτες σελίδες θύμησαν το Ανάστροφα του Huysmans, αυτό το εξαιρετικό βιβλίο της Παρακμής. Για λίγες σελίδες, ο πρωταγωνιστής συστήνεται ως ένας ακόμα απευαισθητοποιημένος εστετ, βαριεστημένος από τις κοσμικές κοινοτοπίες, ως ο αστικός μας πρόγονος, μέχρι που αλλάζουν όλα, εξαιτίας της Φανταστικής Νύχτας.
Ο Huysmans συναντάει τον Πρώτο Έρωτα του Μπρεχτ, εάν ο χαρακτήρας του Μπρεχτ είχε συμπόνοια, και έτσι ο φλανέρ που ακολουθούμε αποκτά εξαιτίας κάποιων τολμηρών και ασυνήθιστων χαρακτηριστικών για τον εαυτό του, πνευματική διαύγεια· ένα σύννεφο σηκώθηκε και αντιμετώπισε την πιο πλούσια βραδιά της ζωής του, με οξυμένες αισθήσεις εσωτερικά και εξωτερικά, ανάγκη για ντροπή και όλο το φάσμα του ανθρώπινου.
Η έκσταση δεν είναι παρά η μαγική μέθη που τον απάλλαξε από την πλήξη του βίου του, το αντίδοτο της πνευματικής του νέκρωσης. Οι επαφές που αποκτά χαρακτηρίζονται από μια αυθεντική διαφάνεια της ψυχής (δεν είναι να απορεί κανείς για το κολλητιλίκι με τον Φρόιντ – και την αυτοκτονία του είκοσι χρόνια μετά) και έτσι, καταλήγει λιγάκι συμπαθητικά τρελός, με κάθε βλέψη να γίνει Ρομπέν ή γιατί όχι, Θεός, σίγουρος πια, πως οι άνθρωποι είναι ζωντανοί, όπως κι αυτός.





































Leave a Reply