«Δεν βρήκε πουθενά ούτε ίχνος της Βίβλου τους. Το γεγονός ότι ο Κύριος δεν μπόρεσε να προστατέψει ούτε καν το βιβλίο που περιείχε το Λόγο του, αποτελούσε για τον Γκρέινιερ απόδειξη ότι από εδώ είχε περάσει μια φωτιά πιο ισχυρή κι απ’ τον Θεό τον ίδιο».
Διάβασα επί δύο τα Όνειρα Τραίνων, μάλλον γιατί ήμουν αφηρημένη στην αρχή, σαν ευγενική υπενθύμιση του Ferris Bueller, πως η ζωή κυλά πολύ γρήγορα και αν δεν σταματήσεις να κοιτάξεις γύρω σου μια στο τόσο, μπορεί να τη χάσεις. Πράγματι, ο βίος του εργάτη αμερικάνικων σιδηροδρόμων, Ρόμπερτ Γκρέινιερ, πέρασε πολύ γρήγορα.
Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο μικρό βιβλίο, με γοητευτικές επαναλήψεις, πολύ απλά γραμμένο, σχεδόν αποσυνδεδεμένο από τα συνεχόμενα, ωμά, σκληρά δεινά της περιόδου και του ήρωα, κάτι που υποθέτω πως καθρεπτίζει τις άμυνες του Γκρέινιερ, ώστε να συνεχίσει να ζει και να μπορέσει να κάνει κάπου στο τέλος τον μικρό απολογισμό του.
Τα τραίνα χωράνε πολλούς, φαίνεται πως χωράνε ένα χωριό ή μια γενιά, αλλά ο Γκρέινιερ αρχίζει να μοιάζει με σωστό ερημίτη αφού έχασε σε μια φριχτή πυρκαγιά τη γυναίκα και την κόρη του. Μένει μόνος και συνθλίβεται σιωπηλά, χωρίς παράπονα, παρά το όλο παράλογο το οποίο παίρνει τις παραφυσικές εξηγήσεις που συχνά αρμόζουν καλύτερα:
Μαγικοί λύκοι, κογιότ, πλάσματα του κυνηγιού είναι στο κέντρο της ζωής τους. Το μυαλό του μένει διαρκώς ανοιχτό για τα χαμένα πνεύματα της πυρκαγιάς, για όλους τους αιφνίδιους θανάτους που είδε με τα μάτια του και δεν υπήρχε το περιθώριο να αντιμετωπίσει ποτέ με το μυαλό του.
Πρόκειται για ένα πολύ αμερικάνικο κείμενο, συμπυκνωμένο, όλο μύθους και θρύλους, γεμάτο με προκαταλήψεις και φοβίες της Δύσης που γεννιούνται από τους ιθαγενείς που είναι τόσο μα τόσο παράξενοι και με τον αόρατο τρόπο τους, επικίνδυνοι.
Ο Γκρέινιερ δέχεται τον θάνατο με τον τρόπο που πολλά πλάσματα έμαθαν να τον δέχονται, αφήνοντας τον αναγνώστη παγωμένο σε προηγούμενες σελίδες, όσο ο Τζόνσον συνεχίζει να κόβει δρόμο μπροστά, μάλλον ατάραχος.





































Leave a Reply