Υπάρχει ένας κοινός Θεός, τον οποίο όλοι μοιραζόμαστε. Η Γη. Είναι ένας Θεός άλλοτε μεγαλόψυχος και άλλοτε θυμωμένος, πλημμυρισμένος, ξερός, γόνιμος, άγονος.
Το Ο Κιμπογκό ανέβηκε στον ουρανό είναι ένα παραμύθι που εμείς ρίχνουμε πάνω του τα δυτικά μας μάτια και μετά από λίγο μας καταπίνει η ξηρασία που μοιάζει να μην τελειώνει, μαζί και με τη μεγάλη πείνα. Ξαφνικά φαίνονται αναγκαίες οι προσευχές στους Θεούς και τα είδωλα του Διαβόλου, το μεγάλο δοξασμένο όρος Ρουνανί στο οποίο ανέβηκε ο Κιμπογκό να ξαναφέρει τη βροχή, ο Κιμπογκό ένας θεϊκός πρίγκιπας και η θολότητα του ανάμεσα σε ιστορία και παραμύθι, ανάμεσα σε Ιησού και πολύτιμο μύθο που θα φανεί χρήσιμος αργότερα στα βιβλία των ιστορικών μας. Φαίνονται σημαντικές οι προσπάθειες των ανθρώπων να τρυπήσουν τα σύννεφα. Όταν η βροχή θα φτάσει, ποιος θα την έχει φέρει; Ποιος πρέπει να δοξαστεί και ποιανού την οργή πρέπει να φοβούνται;
Η Μουκασονγκά πλέκει τις ιστορίες σε κεφάλαια λες και αναλογούν σε ώρες που κρατάνε μέχρι να αποκοιμηθούμε, όσο εκείνη παραμένει άγρυπνη γύρω από τη φωτιά. Οι αφηγήσεις αυτές είναι οι παραδοσιακές πεποιθήσεις της Ρουάντα εμποτισμένες με τον ρωμαιοκαθολικισμό των Βέλγων και της αποικιοκρατίας. Αυτό το μωσαϊκό ακροβατεί ανάμεσα στο σκοτεινό ή πιο φωτεινό χιούμορ και στην ταυτότητα των κατοίκων και της Ρουάντα. Η Μουκασονγκά με τρόπο λιτό και απλό, όπως αρμόζει σε παραμύθι, μιλάει για όσα επιβλήθηκαν και τα ανάγκασαν να αλλάξουν λες και ήταν λάθος, αλλά το κάνει με ευγένεια και καλοσύνη, σαν να λέει πως ένα χωριό πνίγηκε από ένα κύμα και μας δίνει όλες τις ευφάνταστες πληροφορίες, ένα χρύσωμα που οι μεν δεν αξίζουν αλλά οι δε πιθανό να έχουν ανάγκη. Οι ιστορίες πάντα έρχονται από στόμα σε στόμα και ζουν για πάντα με αυτόν τον τρόπο.
Όταν θα δεθούμε με τους μύθους και τους συμβολισμούς, όταν όλα αυτά τα λόγια θα σταματήσουν να είναι ασυναρτησίες και θα ξεχάσουμε τις τράπεζες, τα αυτοκίνητα, τις δουλειές και κάποιες αστικές νευρώσεις, τότε θα δούμε τους δυτικούς πλησιάζουν, λευκούς και κάπως αστείους μέσα στα κοντά σορτσάκια τους και τις ψηλές λευκές τους κάλτσες. Κάπως θα τρομάξουμε με το είδωλό μας στο καθρέπτη.





































Leave a Reply