Η Liliana Colanzi ενώνει έξι ιστορίες μικρής φόρμας, ανάμεσα στον τρόμο, την επιστημονική φαντασία και την πραγματικότητα. Δημιουργεί διαφορετικούς τρόπους και χρόνους αφήγησης, διατηρεί την αινιγματική της διάθεση και τις συνδέει με τρόπο που ο αναγνώστης πείθεται πως πράγματι έχουν πολλά κοινά, πράγματι οι ιστορίες αυτές αφορούν το ίδιο αδελφικό σύμπαν.
Το Σπήλαιο, μάλλον η αγαπημένη μου, αφορά τις περιβαντολλογικές τιμωρίες που έρχονται αργά για κάποιους και καλπάζοντας για άλλους, αλλά και όλα τα γεωλογικά μυστικά που κρύβει ο κόσμος μας, ο κόσμος που μοιραστήκαμε με προγόνους και θα μοιραστούμε με κληρονόμους. ο Ατομίτης, αφιερώθηκε στον καπιταλισμό και σε μια πυρηνική καταστροφή – μάλλον η πιο επιστημονική φαντασία του συνόλου-. Το Χρέος αφιερώνεται στη Βολιβιανή νοσταλγία, ίσως αυτός είναι και ένας λόγος που είναι η πιο γκροτέσκ από τις υπόλοιπες, εξαιτίας αυτής της λύπης. Τα πιο πράσινα μάτια ήταν η δεύτερη αγαπημένη μου, υπήρξε μεγάλη μαεστρία και από τη Liliana αλλά και από τους αδερφούς Γκριμ, όταν αποφάσισαν πως η μικρή γοργόνα θα είναι ένα μικρό παιδί που επιθύμησε την αποδοχή και γιατί όχι, τον θαυμασμό. Το στενό μονοπάτι αφηγείται το χρονικό μια θρησκευτικής αποικίας και όλους τους περιορισμούς της. Τέλος, το Λάμπετε στο σκοτάδι είναι η έμπνευση του τίτλου, βασισμένο στη ραδιενεργή καταστροφή του 1987 στη Goiânia της Βραζιλίας. Η οπτική των παιδιών και των ενηλίκων που δεν είναι σε θέση να καταλάβουν και να εξηγήσουν το περιστατικό ενώ το ζουν, είναι αυτό που φέρνει τη ραδιενέργεια κοντά στον αναγνώστη. Φυσικά και το τέλος με τις κοφτές προτάσεις και τα περιεχόμενα των βαρελιών υπογραμμίζουν όσα μας ανακατεύουν το στομάχι ενώ διαβάζουμε, πολλοί από εμάς, από την ασφάλεια του σπιτιού μας.
Από αυτές τις ιστορίες απουσιάζει ο ρεαλισμός όπως τον ξέρουμε, αντιμετωπίζουμε ζητήματα όπως την κλιματική αλλαγή και τις καταστροφές από ατυχήματα πυρηνικής ενέργειας με έναν πρωτότυπο και σκοτεινό τρόπο, όπως και μοιάζουν τα δυστοπικά παραμύθια ενηλίκων, ως άρμα που κουβαλάει τον λεγόμενο αόρατο κίνδυνο.
Οι ήρωες παραμένουν χάρτινοι και φευγαλαίοι, αλλά μέσα τους φωλιάζουμε εμείς, το είδος μας, ως μια αναπόφεκτη ιστορία που λειτουργεί ταυτόχρονα με τις ξέγνοιαστες στιγμές μας.





































Leave a Reply