«Μιας και βρεθήκατε εδώ, συνέχισε ο άντρας, μιας και είστε τώρα μαζί μας, είναι ευκαιρία να διαπιστώσετε κι εσείς πως, όταν αρνείται κανείς τον έρωτα για να σώσει το πετσί του, δεν απομένει χωρίς δώρο, κάποιο αντάλλαγμα κερδίζει, έστω και προς το τέλος του χρόνου, ναι, κάτι τελικά παίρνει πίσω […]».
Σε αυτή τη συλλογή διηγημάτων ο Τανούδης γίνεται πιο λογοτεχνικός και γήινος από τους Βαρβάρους του, υφαίνοντας ένα συνολικά σκοτεινό και μυστικιστικό έργο, όπως και προϊδεάζει το ονειρικό εξώφυλλο. Σε σημεία, σκόρπιες κινηματογραφικές σκηνές, μου έφεραν στο μυαλό τη δύσπνοια του Κάουφμαν, ως ατμόσφαιρα αλλά και τεχνική σύλληψης εικόνων. Σε άλλες προτάσεις, όταν ο αφηγητής αφιερώνεται στο καλοδουμένο γκροτεσκ φαντάστηκα ένα Λανθιμικό πλάνο ή Άστερ, εάν θέλουμε να είμαστε πιστοί στον επαναστατικό Ιούνη.
Οι περισσότεροι είναι καταραμένα ζευγάρια, ή ματαιωμένοι έρωτες, με εξαίρεση την τελευταία ιστορία που είναι και η πιο τρυφερή. Γνωρίζουμε τους χαρακτήρες φευγαλέα, λες και ανταλλάζουμε μια και μόνο ματιά στο δρόμο, ωστόσο τους νιώθουμε ολοζώντανους και πολυεπίπεδους, τους παρατηρούμε προσεκτικά μέσα στην αιχμαλωσία τους, σαν να έχουν ήδη όλα κριθεί για αυτούς. Το σημαντικότερο είναι η δομή της κάθε μικρής ιστορίας· η αρχή είναι το δόλωμα όπου ο αναγνώστης νιώθει ασφαλής, μέχρι που ο χωροχρόνος παραμορφώνεται, οι χαρακτήρες γίνονται ξαφνικά απρόσωποι και υπάρχουν πλέον ως σκαλισμένα σύμβολα. Αυτή η αγωνία ευτυχώς καταπραΰνεται, όταν το νυχτοπάτημα του αναγνώστη θα έρθει αντιμέτωπο με τον προάγγελο θανάτου, κάτι πλέον αρκετά διακριτό, ώστε το τέλος να έρθει μαλακά, κουβαλώντας το μεταφυσικό και το αλλόκοτο.





































Leave a Reply