– Όχι, αλήθεια είναι. Αλήθεια ήπια σου λέω. Δεν κάνω πως μέθυσα.
– Έλα μην με κοροϊδεύεις. Κακό παιδί!
– Αν με κοιτάξεις κάνει μπαμ. Και σήμερα έπινα από το πρωί. Συγγνώμη ε;
– Ωραίο θέατρο παίζεις!
– Όχι βρε χαζό, δεν είναι θέατρο! Θα σε φιλήσω!
– Φίλα με!
– Όχι δεν έχω το δικαίωμα. Και τα περί γάμου βλέπω ότι πρέπει να τ’ αφήσουμε. Να κοίτα το πρόσωπό μου κόκκινο δεν είναι; Ήπια σου λέω.
– Όχι, αυτό είναι από το ηλιοβασίλεμα, σε χτυπάει στο πρόσωπο το φως. Μην πας να με κοροϊδέψεις. Μου υποσχέθηκες χθες! Άρα δεν μπορεί να ήπιες, μπορεί;
*
Η μεγαλύτερη ευχή που θα μπορούσα να στείλω σε κάποιον, θα ήταν να μην του κάνει νόημα αυτό το βιβλίο, να το βαρέθηκε, να το παράτησε στη μέση.
Ο Γιόζο βιώνει τον κόσμο σαν κάτι γιγάντιο και θορυβώδες που θα μπορούσε να τον συνθλίψει με μια κίνηση. Ξέρει πως ο φόβος του για τους ανθρώπους είναι πραγματικός και όχι μια ανίσχυρη σκέψη του. Προσπαθεί να ακουμπήσει κάπου, αλλά είναι αδύνατο να αποχωριστεί το φριχτό φορτίο του.
Στην αρχή της ζωής του έκανε τον κλόουν, ίσως γιατί έτσι οι άλλοι θα τον άφηναν να ζήσει, ίσως γιατί το να διασκεδάζεις άλλους είναι πιο εύκολο και σύντομο από τα βασανιστήρια που μπορούν να σου φέρουν οι άνθρωποι. Όταν τελικά παραιτήθηκε από αυτόν τον ρόλο, αφέθηκε εκεί που πάντα στεκόταν, στη θλίψη, τη μοναξιά και την κυνικότητα.
Θυμίζει τον Κλόουν του Μπελ, τα ημερολόγια της Πλαθ, τον ξένο του Καμύ, το υπόγειο του Ντοστογιέφσκι. Τα ημερολόγια του δεν μπορούμε να τα κρίνουμε, είναι σαν να κρίνουμε ένα σημείωμα αυτοκτονίας. Είναι μια από αυτές τις φορές, που η λογοτεχνία δεν είναι ακριβώς λόγος και τέχνη, αλλά προκύπτει να είναι, σαν κάποιος μοναχικός άνθρωπος να φτιάχνει έναν χιονάνθρωπο για παρέα και εμείς να λέμε πόσο εξαιρετική τεχνική είχε, πόσο ενδιαφέρον είναι το ταλέντο της απελπισίας και του ψυχικού του αδιεξόδου, τι ωραία που λιώνει.
Ο Γιόζο, ή ο Νταζάι, γεννήθηκε άνθρωπος, γεννήθηκε με αυτή τη φριχτή, σαδιστική ασθένεια μέσα του, που θερίζει την ανθρωπότητα: Τον Θάνατο και τη Γνώση αυτού.





































Leave a Reply