Εγωιστικό, όπως τα περισσότερα, σε επίπεδα ξεκάθαρα και διάφανα, ή πιο ομιχλώδη και μπερδεμένα, είναι και η ανάγνωση.
Συνήθως ξέρω από την αρχή τι σχέση θα έχω με το κάθε βιβλίο: Εάν θα το αφήσω και θα το βαπτίσω «αδιάβαστο», σπρώχνοντάς το στον μελλοντικό μου εαυτό, ελπίζοντας αυτή να ξέρει κάτι καλύτερο, κάτι περισσότερο ή κάτι διαφορετικό από εμένα. Εάν θα το διαβάσω μέσα σε βδομάδες, ανάμεσα σε άλλα της ζωής μου πράγματα, ανάμεσα σε τσάγια και σειρές και λεωφορεία και συζητήσεις. Ή – το καλύτερο απ’ όλα- εάν στον σημερινό εαυτό μου θα ταιριάζει γάντι. Εάν γίνει αυτό, ο μικρός εμμονικός έρωτας, τότε το βιβλίο θα είναι πάνω απ’ όλα για όσο κρατήσει, πριν τη δουλειά, μετά, κλεφτά κατά τη διάρκεια. Θα μονοπωλήσει σκέψεις και χρόνο αργά το βράδυ πριν κοιμηθώ, και έτσι, καταλήγοντας, θα ξέρω πως ο συγγραφέας είναι ζωντανός, ακόμα κι εάν έχει πεθάνει.
Η Κάρμεν δεν είναι κάτι ακούνητο, άψυχο, όπως μια καρέκλα, αλλά μια παλλόμενη καρδιά, ένα ζουμερό μυαλό, βουτηγμένο σε λέξεις. Μέσα από το Σπίτι των Ονείρων την ένιωσα να υπάρχει κάπου στη ζωή μου, σα φίλη, έχοντας ανάγκη την παρέα της. Μάλιστα, στην αρχή δεν τη συμπάθησα, μου φάνηκε περίεργος ο τρόπος της να βάλει τον αναγνώστη μέσα στην ιστορία (δεν μου αρέσει να με τοποθετούν), σαν να την έζησα εγώ, αλλά μετά βάζεις τα παπούτσια της και πας. Σε πολλά σημεία μάλιστα, δεν θες καθόλου να πας, ευχόμενη εκείνη και εσύ να κάνετε κάτι άλλο από αυτό που θα κάνετε, αλλά όλα αυτά έχουν ήδη γίνει, άρα τα παρακολουθείς, σαν ένα αργό τρακάρισμα τριακοσίων εξήντα σελίδων.
Κλείνει δυνατά το αναγνωστικό έτος, όπως και άρχισε, με Αντίποδες.
«Δεν ήθελαν απλώς να φανταστούν με καινούριο τρόπο την ταινία· ήθελαν να εξαλείψουν κάθε ίχνος της πρώτης, σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ.»





































Leave a Reply