Μέχρι την μέση ήταν αρκετά απλά τα πράγματα: Ένας ηλικιωμένος, κυνικός και οξύθυμος πρώην καθηγητής Φιλοσοφίας, την πατάει και ένα κατά τα άλλα όμορφο πρωινό Κυριακής, κλειδώνεται έξω από το σπίτι του.
Το έχετε πάθει ποτέ; Η εμπειρία μου, μου λέει πως ένα τέτοιο περιστατικό ταρακουνάει συθέμελα τον Homo sapiens sapiens. Έχω δει αγαπημένο πρόσωπο να καταρρέει επειδή κλειδώθηκε έξω. Βέβαια άλλο αγαπημένο του πρόσωπο ήταν άρρωστο, οπότε ένα τέτοιο περιστατικό πιθανό να υπερχειλίζει όσα μας τρώνε μέσα μας, ξεκινώντας, από την αστική μας νεύρωση. Ίσως αφορά την αίσθηση επιβίωσης, τον φόβο που φουντώνει όταν είμαστε μακριά από τη φωλιά μας, είτε αφορά την αίσθηση καθήκοντος ή την ανάγκη να μας περιβάλλουν όλα τα κλαδάκια και οι χρωματιστές χάντρες που με τόση καπιταλιστική παρακμή έχουμε συλλέξει, σε μια ακόμα μάταιη αλλά συναισθηματική προσπάθεια να πεισθούμε πως «όλα καλά». Μάλιστα, το πιο πολύτιμο που έχω μέσα στο σπίτι είναι τα γατιά και εάν κλειδωνόμουν έξω, μάλλον θα έσπαγα την πόρτα, σαν έξαλλη Miley Cyrus πάνω σε μπάλα κατεδάφισης, μόνο και μόνο για να με αγνοήσουν και τα δύο γατιά όταν με δουν.
Στο επόμενο μισό του βιβλίου, ο καθηγητής θα βρεθεί σε μια βόλτα, η οποία θα μπορούσε να είναι φλανέρ, αλλά καταλήγει σαν εφιάλτης, γεμάτος σύμβολα, παρερμηνείες και κακοτοπιές. Κάποια στιγμή ο αναγνώστης αρχίζει και καταλαβαίνει πως ίσως διαβάζει κακό όνειρο, ίσως ο καθηγητής είναι τρελός, ή ίσως είναι νεκρός εδώ και καιρό, πάντως το μόνο σίγουρο είναι η μεταφυσική ατμόσφαιρα που κυριαρχεί, μιας και ο γέρος διαρκώς συνομιλεί με φαντάσματα, τα οποία είναι αρκετά ειλικρινή μαζί του, αλλά εκείνος προτιμάει να μείνει στην καφκική μηχανή και να γκρινιάζει για την παρακμή του αιώνα, παρά να παρατηρήσει τον εαυτό του για παραπάνω από δευτερόλεπτα, φοβούμενος πως θα γίνει καπνός.
Εκτίμησα τον συγγραφέα που έγραψε πιο πίσω από την εποχή του, ευθυγραμμίστηκε με τον γέρο (εαυτό του) και παρέδωσε ένα υπαρξιακό σφηνάκι. Μάλιστα, φαίνεται να είναι κατανοητό το γιατί ο καθηγητής επιμένει να δυσαναχετεί που ο κόσμος γύρω του έχασε την καλοσύνη του, και το γούστο του (γιατί κανείς δεν εκτιμά τον Τιτσιάνο πιά, μονολογεί), έντρομος πως το σήμερα δεν τον αφορά πια, ούτε στο ελάχιστο.





































Leave a Reply