«Κι αν ακόμα νομίζετε πως όλοι οι άνθρωποι μπορούν να γίνουν αδέλφια, δεν έχετε παρά να δείτε την ιστορία του Κάιν και του Άβελ»
Ο Σινιόσογλου βουτάει στα άδυτα, στα “Μαύρα τετράδια” του Χάιντεγκερ, και στο “Glossarium” του Σμιτ, τα πνευματικά ζοφερά καταφύγια δύο διανοητών του πολυκέφαλου φασιστικού λόγου.
Πρόκειται για τις εβένινες σκέψεις των ηττημένων στοχαστών του Τρίτου Ράιχ μέσα από το προσωπικό και ανθρώπινο (τι αμήχανη επιλογή λέξης..) εργαλείο της αφήγησης. Μάλιστα, μετά την πτώση του ναζισμού, ο λόγος τους προδίδει τη διάθεση εξομολόγησης και απογύμνωσης, όχι με ανάγκη απολογία, αλλά με στόχο την εσωστρέφεια ως χώρο και χρόνο, εκεί που επιχειρούν να επαναπροσδιορίσουν τη θέση τους μέσα στον εαυτό τους, ενώ αποτυγχάνουν να κρυφτούν στους στροβίλους της γλώσσας τους.
Ο Σινιόσογλου παραθέτει με ευχάριστη διαφάνεια τους συλλογισμούς των αντιδιαφωτιστών, σε σημείο που είναι υποφερτοί, μιας και χρησιμοποιεί τον ίδιο του τον εαυτό ως ασπίδα προς τον αναγνώστη. Αναλύει τι φαίνεται ο φασισμός να αντιπροσώπευε στα μάτια τους, ο Χάιντεγκερ παθιασμένος με τη γλώσσα και το κράτος και ο Σμιτ πιο πνευματικός και νομοκεντικός, ανήσυχος με την εξαθλίωση της Δύσης.
Τους ακολούθησε και στα φιλοσοφικά μονοπάτια, όπως το φυσικό δίκαιο, τον φυσικό τρόμο, το τι βρίσκεται πέρα από την ανθρώπινη ηθική, τη συνεχή δίψα για κυριαρχία, τον καφκικό νόμο που εξυπηρετώντας τον κυρίαρχο δεν αργεί να γίνει καφκικός εφιάλτης, σημειώνοντας πως χωρίς εχθρούς δεν υφίσται καμία παραμυθένια θέση, παρά μόνο ο ήχος του καταρράκτη να επιστρέφει στο βουνό, την πολυπόθητη αλλαγή των προνομίων.
Ευτυχώς όμως, το τρίτο μέρος του βιβλίου έρχεται σαν δροσερό νερό στον διψασμένο αναγνώστη. Ο Σινιόσογλου παίρνει την πένα του ημερολογιακού λόγου για να καταφέρει όσα απέτυχαν οι προηγούμενοι δύο: «Κατά καιρούς ξεμένω από ανθρώπους. Τότε μ’ αρέσει η μανία να εξαιρεθώ κι απ’ τον τόπο μου ακόμη, να μην τον βλέπω άλλο ούτε να γυρνώ εντός του.»
Κατά τη διάρκεια μιας ομιλίας στη Σιγκαπούρη, ο συγγραφέας γίνεται φλανέρ με τους προηγούμενους στοχαστές σα σύννεφο από πάνω του: «Φαίνεται πως σύντροφο θα έχω στο ταξίδι τούτο τον Χάιντεγκερ. Πως μου έγινε έτσι άσχημη η εγγύτητα, δεν ξέρω». (οουφ)
Έχουμε την ευκαιρία να δούμε μέσα από τα μάτια του συγγραφέα τους προηγούμενος στοχαστές δίπλα δίπλα, με τον Νίτσε και άλλους εχθρούς του οργανωμένου κράτους απέναντί τους, την κριτική στον νεωτερισμό, μακντόναλτς και άλλα ταχυφαγεία, θαυμασμό για τα συμπαθητικά μικρά αιλουροειδή της πόλης, το πως η Σιγκαπούρη βρέθηκε στη δίνη εθνικών συγκρούσεων δυτικού τύπου, το φρουτάκι durian και την αρχιτεκτονική που τον περιβάλει. Ο Σινιοσογλου στέκεται στο πως κάποια ογκώδη κτίρια μας τσαλαπατησαν τον ψυχισμό και ειρωνικά μας απομάκρυναν, πως η ομοιομορφία είναι γαλήνια εντός της φυσικής και όχι αυτή των ανθρωπίνων κατασκευασμάτων (κλείσιμο ματιού), ενώ καταλήγει να του ψιθυρίζει ο Χάιντεγκερ πως η εγγύτητα είναι η ιδανική απόσταση, ενώ ο ίδιος στέκεται σε άλλον ορισμό, με άλλες μετρήσεις:
«Τα πρόσωπα που με πλησιάζουν είναι τόσο ξένα, ώστε νιώθω ασφαλής, λες και μια εύπλαστη μεμβράνη μας χωρίζει και μ’ ασφαλίζει, κάποιου είδους νεοπλατωνικό όχημα του εαυτού, μια ενδιάμεση χώρα ανάμεσα στο σώμα των άλλων και την ψυχή μου».





































Leave a Reply